Μην ξεχάσεις φεύγοντας ν' αφήσεις την γνώμη σου για την ιστοσελίδα και για ό,τι άλλο σoυ βασανίζει το μυαλό!





art55aΕίναι ομολογουμένως μεγίστη μαστοριά να παίρνεις ένα απλό, μετριότατο ως κείμενο και πολύ αδύνατο θεατρικό έργο, εξόφθαλμη όσο και άκρως προβληματική μίμηση ξένου δημοφιλούς προτύπου και να προσφέρεις στους θεατές μια μεστή ψυχαγωγίας, μια ουσιαστικά ευχάριστη βραδιά. Εθνικό Θέατρο – Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος»: «Εξηνταβελόνης», του Κωνσταντίνου Οικονόμου, σκηνοθεσία Λίλλυς Μελεμέ. Πολύ συχνά στην θεατρική συγκομιδή δεν είναι αυτονόητη η καθοριστική αξία του «ανεβάσματος», της «παράστασης», ιδιαίτερα σε φυματικούς καιρούς, που κατά το πλείστον πρυτανεύει επιφανειακός εμπορικός εντυπωσιασμός της μανιέρας και της κενής περιεχομένου, εξυπνακίστικης ατάκας.

Δεν γράφω με... αυστηρά θεατρικά κριτήρια, ουδέποτε μ’ ενδιέφεραν άλλωστε. Απλά παρακολούθησα τον «Εξηνταβελόνη», απήλαυσα το εξαιρετικό «ανέβασμα», την όμορφη «παράσταση». Πέρασα καλά γιατί ο σκηνοθέτης, οι ηθοποιοί κι οι άλλοι συντελεστές αναπαράστησαν αυθεντικά την ατμόσφαιρα της εποχής αναφοράς και συγχρόνως τόνισαν με χαρακτηριστική λιτότητα τα όποια διαχρονικά κοινωνικά (όλα είναι σχετικά) μηνύματα εκπέμπει το εν λόγω έργο. Δεν κατέφυγαν στον ολέθριο συρμό της εύκολης προσαρμογής τραβώντας από τα μαλλιά, του «πειράγματος», της φτηνής κακοποίησης. Με την σκηνοθεσία και τις ερμηνείες γεφύρωσαν λίαν επιτυχώς κατά την γνώμη μου, τις δυο εποχές, της αναφοράς με την τωρινή, της παράστασης.

Ούτε αυτό είναι εύκολο και αυτονόητο. Στα χρόνια της μεγάλης κρίσης (με ή χωρίς εισαγωγικά η λέξη), που βασιλεύει στην αποικία Γκραικυλία μαζική κατάθλιψη, το θέατρο αποτελεί σχεδόν μοναδική, οικονομικά πιο προσιτή, διέξοδος του κοινού, όπως τουλάχιστον πιστοποιείται από την πληθώρα των ανεβασμένων κατ’ έτος έργων και των εισιτηρίων, που κόβουν. Είναι σημαντικό να γίνονται όμορφες παραστάσεις, όπως ο «Εξηνταβελόνης», ιδιαίτερα όταν και θεατές και παραγωγοί τους είναι πολύ «στριμωγμένοι». Εν μέρει είναι δικαιολογημένο να παίζονται εύπεπτα έργα πλην δεν χρειάζεται και «εύπεπτη», πάει να πει φτηνιάρικη, παράστασή τους. Στην περίπτωσή μας σκηνοθέτης, ηθοποιοί και λοιποί συντελεστές πέτυχαν διάνα art55bστην αναβίωση εποχής δίνοντας προτεραιότητα στην κίνηση, συνθέτοντας πολύ εύστοχα και ωραία έντονα στοιχεία χοροθεατρικής αφήγησης, ξεπερνώντας και μεγάλα εμπόδια, για παράδειγμα η ψυχρή σοφολογιότατη γλώσσα του έργου, που ούτε τότε είχε σχέση με τον λαό, ήταν εξεζητημένα λαλήματα φαναριώτικων σαλονιών. Παίζουν οι ηθοποιοί:

 

•    Χρήστος Βαλαβανίδης
•    Αμαλία Αρσένη
•    Γιωργής Τσουρής
•    Αλέξανδρος Μαυρόπουλος
•    Γιώργος Στάμος
•    Σπύρος Μπιμπίλας
•    Υρώ Μανέ
•    Εύα Σιμάτου
•    Κώστας Γαλανάκης


Επίσης, σκηνικά: Γιώργος Γαβαλάς, κοστούμια: Βασιλική Σύρμα, κίνηση: Μόνικα Κολοκοτρώνη, φωτισμοί: Μελίνα Μάσχα. Χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς η μουσική ως προς την σύνθεση και εκτέλεση. Ο Χαράλαμπος Γωγιός δεν αρκέστηκε στην συμβατική επένδυση αλλά έδωσε μελωδικά την ατμόσφαιρα της εποχής και μάλιστα υπερβαίνοντας τα λόγια πρότυπά της. Στην ηχογράφηση έπαιξαν εξαίρετοι σολίστες: Μανώλης Καρπάθιος (κανονάκι), Αγγελική Ποτήρη (βιολί), Γιώργος Αρνής (κοντραμπάσο). Είναι και αυτό στα πλεονεκτήματα της παράστασης.

art55cΗ υπόθεση συνιστά αντίγραφο του «Φιλάργυρου» του Μολιέρου. Ήταν μόδα της εποχής να γράφει η λεγόμενη καλή κοινωνία έργα στα πρότυπα μεγάλων Ευρωπαίων συγγραφέων, μάλιστα στην αφόρητη καθαρευουσιάνικη γλώσσα, με το... αναγκαίο ευτυχές τέλος, για να δικαιώνεται ο μέσος θεατής, όχι το έργο ή πολύ περισσότερο ο συγγραφέας του! Από αυτό μέχρι την «ελληνική» ανοησία κάποιων διανοουμένων να επιχειρηματολογούν υπέρ της... εμφανούς ανωτερότητας της φτηνής μίμησης από το πρωτότυπο, υπάρχει τεράστια διαφορά, ξεπερνά τα όρια γελοιότητας. Αναφέρομαι στο περιεχόμενο του καλαίσθητου έντυπου προγράμματος. Ιδιαίτερα όσα γράφει ο κύριος Γιώργος Πολίτης συνιστούν –το λέω εν γνώσει των συνεπειών του νόμου- ανιστόρητες χαζομάρες! Για τον υποτιθέμενο «διαφωτισμό στην Ελλάδα», έγραψα αναλυτικά και τεκμηριωμένα στο «Μούσα Πολύτροπος» (Μετρονόμος), με αφορμή την μεγάλη μουσική διάσταση του «φαναριωτισμού» με τον λαϊκό πολιτισμό.

Φεύγοντας μάλιστα από το Εθνικό Θέατρο με ένα αίσθημα ικανοποίησης για την παράσταση, στο μυαλό μου σφηνώθηκε αυτή ακριβώς η σκέψη: Ίσα –ίσα κι ευτυχώς, ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί με τις ερμηνείες τους ξεπέρασαν αυτόν, τον άρρωστο «φαναριωτισμό», διέψευσαν κυνικά το περιεχόμενο του προγράμματος. Δεν είχαν κατά νου να ξεπεράσουν τον Μολιέρο, αλλά να χαρούν ανυπόκριτα με τους θεατές. Να αναπαραστήσουν –επιμένω είναι ευφυές εύρημα η χοροθεατρική αφήγηση του έργου, γλιτώνει από πολλές «λόγιες» κακοτοπιές- την ατμόσφαιρα μιας εποχής, όχι και τόσο λαμπρής, που ωστόσο ή για αυτό αποπνέει και στο σήμερα σαρκασμό, αυτοσαρκασμό, γέλιο και από σπόντα ολίγη αυτογνωσία...