Μην ξεχάσεις φεύγοντας ν' αφήσεις την γνώμη σου για την ιστοσελίδα και για ό,τι άλλο σoυ βασανίζει το μυαλό!





ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ: Το χορωδιακό τραγούδι σε πρώτο πλάνο

art65aΜε τον συντοπίτη και φίλο μου Γιώργο Διαμαντόπουλο έχουμε διανύσει αρκετά κοινά χιλιόμετρα στον όμορφο κόσμο της ελληνικής μουσικής, συνεργαζόμενοι σε πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις αλλά και μοιραζόμενοι ενδιαφέροντα στην ευρύτερη τέχνη της μελωδίας. Άξιος μαέστρος και μουσικός παραγωγός θητεύει με επιτυχία στο χορωδιακό τραγούδι, θα έλεγα σε ένα χώρο, που δεν είναι εξ ορισμού οικείος στο εγχώριο κοινό, συχνά ακόμα και στον λεγόμενο απαιτητικό μέσο ακροατή. Ο Γιώργος, όμως, επιμένει να χαράζει δικό του δρόμο στο χορωδιακό τραγούδι και με αυτήν την ευκαιρία σκέφθηκα να μιλήσω μαζί του. Διευθύνει την «Απολλώνειο» χορωδία στον Βόλο, ένα ιστορικό συγκρότημα, με το οποίο μάλιστα έχουν εκδόσει τρεις ψηφιακούς δίσκου με ηχογραφήσεις της, ένα για την επέτειο των 20 χρόνων της (1974 - 1994), άλλο για τα 35 χρόνια ζωής της (2009) και το «Αν παρήλθον...», με παλιά «ελαφρά» τραγούδια. Ιδιαίτερο ενιδαφέρον παρουσιάζει κι εν πολλοίς είναι πρωτότυπη στον καιρό μας η εναρμόνιση για μικτή χορωδία γνωστών διαχρονικών τραγουδιών από την τεράστια προίκα της εγχώριας μουσικής. Με πολύ μεράκι τα εκδίδει σε εύχρηστα CD – ROM εξαιρετικό βοήθημα για κάθε χορωδό. Ο Γιώργος Διαμαντόπουλος σπούδασε στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών και στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εργάζεται ως μουσικός παραγωγός στους ραδιοφωνικούς στραθμούς Βόλου και Λάρισας της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Συνεργάζεται και με το Τρίτο Πρόγραμμα. Ως μαέστρος και πιανίστας συμμετέχει σε πολλές συναυλίες, φεστιβάλ, διαγωνισμούς χορωδιών, που κατά καιρούς έχει διευθύνει, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ο λόγος στον μαέστρο:

art65b- Τί ακριβώς είναι κάνεις με τις παρτιτούρες για μικτή χορωδία, πώς προέκυψε η ιδέα;

«Με την χορωδιακή μουσική ασχολούμαι από τα πρώτα χρόνια μετά την αποφοίτησή μου από το Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Όλα αυτά τα χρόνια για τις ανάγκες των χορωδιών, που διηύθυνα, εναρμόνισα αρκετά μουσικά κομμάτια. Επειδή οι χορωδίες ανάλογα με την σύνθεσή τους και την ποιότητα των φωνών θέλουν και το κατάλληλο ρεπερτόριο, όταν δεν έβρισκα κάτι έτοιμο από τα υπάρχοντα έργα των συνθετών, τα προσάρμοζα σε νέες εναρμονίσεις. Μια πρώτη έκδοση έγινε το 2004 με το υλικό, που σωρεύτηκε από τον Πολιτιστικό Οργανισμό του Δήμου Αλμυρού και την χορηγία της Εθνικής Ασφαλιστικής, τίτλος “Μουσικογραφήματα”. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια και ενώ οι νέες εναρμονίσεις αυξάνονταν, με προσκάλεσε ο συνθέτης και συγγραφέας Κώστας Μυλωνάς να εναρμονίσω συνθέσεις του για μικτή χορωδία. Αυτό το βιβλίο εκδόθηκε από τον μουσικό οίκο Παπαγρηγορίου Νάκα με τίτλο “Χορωδιακά τραγούδια”. Ακολουθούν οι ηλεκτρονικές εκδόσεις. Σύνολο έξι τίτλοι (τα “Μουσικογραφήματα” σε δεύτερη έκδοση): “Οκτώ τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη”, “Να σ’ αγναντεύω Θάλασσα” (παραδοσιακά τραγούδια), “Ωρα για σολφέζ”, “τρία επί τρία τραγούδια από τον Μάνο Χατζηδάκι, τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Σταύρο Κουγιουμτζή”.

- Έχουν μεγαλύτερη απήχηση τα CD - ROM στις χορωδίες; Βγαίνουν με αυτοχρηματοδότηση;

«Οι εκδόσεις αυτές έγιναν για δυο λόγους. Είναι πιο προσιτές από οικονομική άποψη, αλλά ο κυριότερος λόγος είναι ο πρακτικός. Σήμερα όλοι οι μουσικοί χρησιμοποιούν τους υπολογιστές. Η μορφή, που έχουν οι εκδόσεις, σε CD - ROM, είναι εύχρηστη στην εποχή μας. Δίδεται η δυνατότητα στον ενδιαφερόμενο να έχει την παρτιτούρα αλλά και το Midi, δηλαδή την ακουστική ανάγνωση της παρτιτούρας του μαέστρου, ώστε να πάρει και την ακουστική γνωριμία του κομματιού. Επίσης αν προχωρήσει στην επιλογή του, έχει χωριστά τις φωνές για εκτύπωση, όπως και το μέρος του πιάνου. Αν θέλει να αλλάξει τον τόνο του κομματιού, υπάρχει η δυνατότητα εάν έχει και χειρίζεται το κατάλληλο πρόγραμμα μουσικής γραφής. Αυτοχρηματοδότηση ή όχι, είναι πια δύσκολοι οι καιροί και όλα εξαρτώνται από το ενδιαφέρον και τις συγκυρίες. Είτε έτσι είτε αλλιώς προσπαθούμε πάντως να κάνουμε αυτό αρέσει, να δημιουργούμε ανάλογα με τις δυνάμεις μας».

art65c- Τί γίνεται σήμερα με τις χορωδίες; Υπάρχει «ψωμί»; Συμμετέχει ο κόσμος; Τί προβλήματα αντιμετωπίζετε;

«Οι χορωδίες αυξάνονται, υπάρχουν σήμερα πάρα πολλές. Ευτυχώς δημιουργούνται πλέον στην Eλλάδα πολλές και καλές χορωδίες παιδικές και νεανικές. Αυτό οφείλεται ότι υπάρχουν σήμερα νέοι μαέστροι με καλές σπουδές είτε στα πανεπιστήμια της Ελλάδας ή έχουν έρθει απ΄ έξω. Τελέιωσε η εποχή, που εάν ένας κουνούσε καλά τα χέρια του ήταν και μαέστρος. Οι Δήμοι στην πλειοψηφία τους, έχουν περικόψει κατά πολύ την χρηματοδότηση των χορωδιών τους. Έτσι η αλλαγή αυτή έχει περιορίσει τις δράσεις τους. Στην δική μας περίπτωση το μόνο, που μας παρέχει ο Δήμος είναι η αίθουσα για τις πρόβες».

- Μετέχουν άνθρωποι περασμένης ηλικίας να γεμίζουν τις ώρες τους ή υπάρχει νεανικό χορωδιακό κίνημα;

«Είναι ενθαρρυντικό ότι σήμερα νέοι άνθρωποι, αξιόλογοι μουσικοί, δημιουργούν και πλαισιώνουν χορωδιακά σχήματα με πολύ καλή προοπτική, δύσκολο ρεπερτόριο, κλασσικό ρεπερτόριο και θα έλεγα με ξεχωριστή ποιότητα, με καλό ήχο, ξεφεύγοντας από αυτό, που κατά κόρον ακούγαμε τα τελευταία χρόνια, δηλαδή τις εναρμονίσεις των λεγόμενων έντεχνων Ελλήνων συνθετών».

art65d- Τί συμβαίνει σε τοπικό επίπεδο; Πώς δέχεται το κοινό τις χορωδίες;

«Όπως συμβαίνει σε όλες τις μορφές της τέχνης η καλή δουλειά ανταμείβεται, έτσι λοιπόν η σοβαρή και επιμελειμένη προσέγγιση του χορωδιακού τραγουδιού φέρνει και τον κόσμο στην αίθουσα. Συνήθως το κοινό ζητά να ακούσει δημοφιλή τραγούδια από τα τόσα πολλά, που διαθέτει η λαϊκή μας μουσική. Νομίζω ότι έχει απήχηση το χορωδιακό τραγούδι».

- Είχες κάνει παλιά κάποιες παραγωγές κυρίως με ιστορικές ηχογραφήσεις, γιατί σταμάτησαν; Δεν υπάρχει άλλο υλικό ;

«Κάποτε ο ιστορικός ραδιοφωνικός σταθμός του Βόλου, που φέτος γιορτάζει τα 70 χρόνια του (1948 - 2018), πήγαινε σε χώρους συναυλιακούς και κατέγραφε συναυλίες κλασσικής λαϊκής ή ελαφράς μουσικής ήταν παρών σε μεγάλες εκδηλώσεις με κάθε ευκαιρία αποτύπωνε την παράδοση και γενικά την καλλιτεχνική ζωή στην Μαγνησία. Διαθέτει πλούσιο αρχείο ιστορικών καταγραφών λόγου και τέχνης. Έχουμε κάνει στο παρελθόν τρεις εκδόσεις CDs (παραδοσιακή μουσική, ελαφρά μουσική και κάλαντα του Νομού Μαγνησίας). Τα χρόνια άλλαξαν σήμερα οι όποιες ηχογραφήσεις γίνονται μόνο στο studio και ανάλογα με την διάθεση και τον χρόνο των καλλιτεχνών να έρθουν να ηχογραφήσουν. Η έκδοση αρχειακών υλικών έχει σχέση με την οικονομική δυσπραγία, με το αν μπορεί η ΕΡΤ να χρηματοδοτεί τέτοιες παραγωγές, αν υπάρχουν χορηγοί».

art65e- Τί μουσική ζητά ο κόσμος της επαρχίας νακούει καθημερινά από το ραδιόφωνο;

«Ο κόσμος έχει γίνει αδιάφορος, είναι όπως ο παθητικός καπνιστής, παθητικά δέχεται ότι του σερβίρουν διάφοροι αγράμματοι, ατάλαντοι, ευκαιριακοί. Στην Ελλάδα ποτέ δεν έλειψαν οι “παπατζήδες”. Θα έλεγα, όμως, ότι κατά τεκμήριο το ακροατήριο της ΕΡΑ Βόλου έχει μια κάποια ποιότητα. Ακούει τουλάχιστον στο τομέα που είμαι εγώ και την καλή Ελληνική μουσική».

- Θέλεις να σχολιάσεις αυτήν την αρρωστημένη νοοτροπία: Ό,τι έρχεται από το Μεγάλο Χωριό, θεωρείται «θέσφατο» και το υιοθετούν τυφλά...

«Πιστεύω ότι στα λεγόμενα χρόνια μεγάλων κρίσεων υπάρχει έξαρση συγγραφέων ποιητών συνθετών. Πολλές εκδόσεις, μάλλον ερασιτεχνικές ποιητικών συλλογών μυθιστορημάτων, αλλά και συνθετών στιχουργών κλπ. Η απομόνωση, η μοναξιά, η ατομικότητα έχουν φέρει σε πολλούς να εκφράζονται μέσα από τις τέχνες. Ας μην υποτιμάμε, λοιπόν, την εποχή μας. Αν υπάρχει κάποιος φωτισμένος από την επαρχία, αυτός θα βρεί τον δρόμο του, αλλά αυτή η πληθώρα των εκδόσεων των “live” με κουράζει. Στις παρουσιάσεις βιβλίων, δίσκων ή σε εκθέσεις για κοινωνικούς λόγους συμμετέχει ο κόσμος, αλλά όπως και στις συναυλίες των μουσικών, όλοι μιλάνε με την παρέα τους δυνατά, ποτέ δεν ακούνε τον καλλιτέχνη, που είναι επί σκηνής. Όσον αφορά την Αθήνα, κακά τα ψέματα! Η πρωτεύουσα είναι χωνευτήρι της τέχνης, δίνει περισσότερες ευκαιρίες στους νέους καλλιτέχνες. Καλώς η κακώς εκεί παράγονται όλα, από εκεί και πέρα είναι θέμα επιλογής στον καθένα να διακρίνει το καλό από το πρόχειρο».

- Τα μελλοντικά σου σχέδια;

«Τα σχέδια όσο περνούν τα χρόνια δεν είναι πολλά. Για την “Απολλώνειο” χορωδία προσπαθώ και εύχομαι να έχει μια συνεχή και αξιοπρεπή παρουσία στο χορωδιακό τραγούδι. Στην ΕΡΤ να συνεχίσω την παρουσίαση των μουσικών της Θεσσαλίας, κάθε Παρασκευή σε δίκτυο των δύο ραδιοφωνικών Βόλου και Λάρισας. Ακόμη την εκπομπή “Χορωδιογραφίες”, που επιμελούμε στο Τρίτο πρόγραμμα κάθε πρώτη και τρίτη Παρασκευή του μήνα με το επιτελείο των άξιων ηχοληπτών της Ε.Ρ.Τ. Βόλου. Η εκπομπή είναι για τον ευρύ χώρο της Χορωδίας, ο οποίος παραδοσιακά ανθεί στην Ελλάδα. Παρουσιάσεις δραστηριοτήτων των ελληνικών χορωδιών με συνεντεύξεις και μουσικά αποσπάσματα, ενημέρωση για τα μεγάλα φεστιβάλ, για σεμινάρια και διαγωνισμούς, ειδικά αφιερώματα, συμπράξεις και ξεχωριστές παρουσιάσεις έργων και συναυλιών».


 

01 Φεβρουαρίου 2018


ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ: Ποίηση του αγωνιζόμενου ανθρώπου

art64aΤραγική κοινοτοπία ότι περνάει δύσκολες μέρες το βιβλίο στην αποικία Γκραικυλία. Δύσκολα βρίσκεις πια και τα έργα των μεγάλων της λογοτεχνίας μας. Εξαντλούνται τα διαθέσιμα αντίτυπα στα βιβλιοπωλεία και άντε να πείσεις τους εμπορικά ημιθανείς εκδότες να επενδύσουν και να κάνουν επανεκδόσεις με φιλολογική επιμέλεια, μια και κάθε έργο είναι ζωντανός οργανισμός. Ακόμα πιο σκούρα τα πράγματα στην ποίηση, που ανέκαθεν εθεωρείτο καπρίτσιο κάποιων μυστήριων ή κουσούρι αλαφροϊσκιωτων. Πάρτε τον μεγάλο Τάσο Λειβαδίτη. Κυκλοφορήσαν, αν δεν με απατά η μνήμη, μετά το 1980 τρίτομα ποιητικά άπαντα από γνωστό εκδοτικό οίκο σε πολλές εκδόσεις, ιδίως ο πρώτος τόμος. Μετά το 2006 έπρεπε να ψάξεις πολύ να τα βρεις. Προφανώς ο εκδότης έκρινε ως εμπορικά ασύμφορο εγχείρημα, εξαντλημένου ενδιαφέροντος τις επανατυπώσεις. Να μη μιλήσουμε για το κράτος και τα πνευματικά ιδρύματα, που θα έπρεπε ν’ αναλάβουν τους γίγαντες του πνεύματος, να προωθήσουν το έργο τους σε όλον τον κόσμο. Τα ξένα αφεντικά ανέκαθεν του επιφύλαξαν τον ρόλο καταστροφέα του εγχώριου πολιτισμού, λόγιου και λαϊκού.

Και από αυτήν την άποψη, εκτός του αυτονόητου εκδοτικού εγχειρήματος, είναι πολύ σημαντικό το έργο του «Μετρονόμου» να ξαναβγάλει σε επιμελημένη τρίτομη έκδοση ολόκληρο το ποιητικό σωμα του Τάσου Λειβαδίτη. Επειδή ενέχει προφανείς δυσκολίες να κυκλοφορεί κανείς με τους ογκώδεις τόμους του ποιητή, έχει αρχίσει παράλληλα και η έκδοση επιμέρους συλλογών, σε ωραίες, αισθητικά και χρηστικά, εκδόσεις. Κατάλληλες και για δώρα. Δεν το γράφω τυπικά. Πού ’ναι τα χρόνια, που χαίζαμε στους φίλους βιβλία και δίσκους; Ιδιαίτερα η ποίηση ήταν δείγμα μεγάλης αγάπης! Σήμερα κάνουμε βουτιές στην καταναλωτική σαβούρα και στο βιβλίο, στα τηλεοπτικά σίριαλ τα τυπωμένα στο χαρτί. Καιρός φέρνει τα λάχανα καιρός τα παραπούλια – λέει η λαϊκή παροιμία και κάθε φορά οι επιλογές μας έχουν μεγάλο κόστος σε όλα τα επίπεδα. Να γιατί είναι ελιξήριος και ιαματικός ο λόγος του Λειβαδίτη. Μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί από τον «Μετρονόμο»:

art64b•    Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας (1952)
•    Το εκκρεμές (δηγήματα, 1966)
•    Εγχειρίδιο ευθανασίας (1979)
•    Βιολέτες για μα εποχή (1985)
•    Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα (1987)
•    Τραγουδάω όπως τραγουδάει το ποτάμι.
      Συλλογικό έργο με θέμα τους μελοποιημένους στίχους του ποιητή (2013).


Δείγμα της απήχησης του έργου του ποιητή είναι ότι σιγά - σιγά και οι επανεκδόσεις των αυτόνομων συλλογών κάνουν δεύτερη έκδοση. Έργα, που δεν πρέπει να λείπουν από καμιά βιβλιοθήκη, όχι για τον τυπικό λόγο ότι το διάβασμα είναι ανάγκη του πολιτισμένου ανθρώπου. Αυτό πλέον ουδείς το μετρά. Κι ακόμα χειρότερα. Ήταν στραβό το κλίμα, το ’φαγε κι ο γάιδαρος! Δεν διάβαζε, που δεν διάβαζε ο Έλληνας, βόλεψε την αμορφωσιά και την βλακεία του στην καλπάζουσα τεχνολογία, έκλεισε την ζωή του στις ελάχιστες ίντσες μιας οθόνης art64dκαι μένει ζωντοβολο. Τα έργα του Τ. Λειβαδίτη και των συνοδοιπόρων του είναι δεμένα άρρηκτα και βιωματικά με τον ρυθμό της ζωής, που θέλανε, παλέψανε, να γίνει πιο όμορφη και ισότροπη, άσχετα αν δεν πέτυχαν. Τεράστια δύναμη στην τέχνη η διάψευση των ιδανικών! Θα έλεγα ότι λειτουργεί ως καταλύτης σε κάθε μεγάλη τέχνη.

Διαβάζουμε Λειβαδίτη πρωτίστως για αυτήν την μοναδική αμεσότητα και ζεστασιά, που ακτινοβολεί. Θα μπορούσαμε να γράψουμε για την οδυνηρή, την αδικαιολόγητη, όσο και υπερλογική «ενοχή», που βασανίζει τον ποιητή σε αρκετά του ποιήματα. Για την πολιτική στράτευση, τα ανεκπλήρωτα, εν πολλοίς προδομένα ιδανικά. Να πούμε για τεχνοτροπία κι άλλα τεχνικά αλλά και ουσιαστικά. Μάλλον δεν έχει σημασία. Το πανανθρώπινο, το σχετικά διαχρονικό έργο μιλά μόνο του, δεν θέλει κολαούζους ή υπομνηματιστές. Από τις εκδόσεις έργων του Τάσου Λειβαδίτη του «Μετρονόμου» λείπει προφανώς συνοπτικό βιογραφικό του ποιητή, για όσους τον γνωρίζουν πρώτη φορά. Όπως και ερμηνευτικά σχόλια κυρίως για την ατμόσφαιρα της εποχής. Μάλλον δύσκολα καταγίνονται με αυτά σύγχρονοι ερευνητές και όσοι το κάνουν για άλλους ποιητές, όχι για τον Λειβαδίτη, δεν ξεπερνάνε την μετριότητα και την προσωπική ιδιοτέλεια. Δεν ευνοεί η επιπόλαιη εποχή την βαθιά σκέψη. Επομένως αποκτείστε τις προαναφερθείσες εκδόσεις και αφεθείτε απολαυστικά στο έργο του ποιητή.

art64cΔεν θ’ αποφύγω την προσωπική εξομολόγηση όχι για το έργο του Λειβαδίτη, που πάντα διαβάζω με θαυμασμό, αλλά με αφορμή αυτό. Δυο ερωτήματα - θέσεις, ένα γενικό και ένα ειδικό, που ανέκαθεν με βασανίζουν σαν γραφιά: Από το Γυμνάσιο ακόμα (το βιβλίο με τα απάντα του Κ. Καβάφη, γράφει 1970, πάει να πει 15 ετών) αναρωτιόμουν αρχικά χωρίς να το συνειδητοποιώ και μετά συνειδητά, τί διαφορίζει τελικά το ποίημα από το λογοτεχνικό πεζό κείμενο; Άν βάλω όμορφες φράσεις στην σειρά, φτιάχνω ποίημα; Τί είναι ο ποιητικός ρυθμός; Αυτό, που κάνει σε πολλά ποιήματα ο Καβάφης, που σύγχρονοί του θεωρούσαν πεζολόγο, αλλά ο «αιώνας» ανέδειξε σε μέγιστο παγκόσμιο ποιητή – απαντούσα. Πλην μέχρι τώρα δεν έχω δώσει πειστική και ουσιαστική απόκριση για το ποιόν του ρυθμού. Θα πείτε, τί μας μέλει για τις απορίες σου; Μ’ ενδιαφέρουν, ως αφετηρίες τέχνης και έκφρασης!

Το ειδικό τώρα ερώτημα - θέση, που αφορά κυρίως «δικούς μας», στρατευμένους ποιητές: Γιατί έγραψαν τόσα, μα τόσα πολλά; Ακραίο παράδειγμα ο Γιάννης Ρίτσος με έργο σαν πολύτομη εγκυκλοπαίδεια, κι ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί η εργογραφία του, μια και υπάρχουν ένα σωρό ποιητικές συλλογές ανέκδοτες. Και του Λειβαδίτη είναι, κατά την γνώμη μου, πολλοί τρεις ογκώδεις τόμοι. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν τόσο μεγάλο ταλέντο, που επικοινωνούσαν, έγραφαν, ό,τι καταπιάνονταν θαρρούσαν ότι είναι ποίηση και σε μέγιστο βαθμό δεν είχαν άδικο. Αμέτρητες φορές διάβασα από το 1974 έως σήμερα το «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας». Αληθινά υπέροχο και μεστό και πανέμορφο! Αλλά γιατί να μην ήταν τα 2/5 σε μέγεθος, για να γίνει παγκόσμιο αριστούργημα; Ή μήπως είναι; Επίσης εννιά διηγήματα για το θέμα της ενοχής, της μανίας καταδίωξης, τις ψυχώσεις κατωτερότητας; Αρκούσαν κατά την γνώμη μου δύο ή τρία. Φέρ’ ειπείν: «Μια μέρα σαν τις άλλες», «Το ύποπτο χέρι», «Ο αντικρινός γραφιάς». Τα έχει πει και ο Φ. Κάφκα και δεν απέφυγε με την σειρά του τις υπερβολές και τον πλατειασμό.

art64eΑπό την άλλη ο τρόπος, που έζησσαν οι «δικοί μας», οι στρατευμένοι ποιητές στην άθλια αποικία Γκραικυλία, οι ελπίδες, οι απρόοπτες ήττες, τα φρικτά βσανιστήρια, η απάνθρωπη ξενόδουλη εξουσία, που τους ματώνει, όλα αυτά και άλλα αναδεικνύουν την ποίηση, το γράψιμα, την εν γένει έκφραση σε βιωτική προϋποθεση, σε απαντοχή, σε ζωική κραυγή και συνουσία με το χάος της ύπαρξης, που κείτεται μέρες, βδομάδες και χρόνια ημιθανής στο αντίσκηνο. Πώς να πεις στον Μακρονησιώτη μην γράφεις ή ξαναδούλεψε τα ποίημα, που σκάλισες με το αίμα του στα πακέτα από τα τσιγάρα; Πώς να σταματήσει τον «πέτρινο χρόνο» να κοιτάξει ψυχρά και φιλολογικά; Ίσως το ότι έφθασαν αυτοί οι Μοναδικοί στην κορυφή του πόνου και από εκεί είδαν την ζωή εκπέμποντας άπειρη ανθρωπιά, να είναι το παν, να μας γεμίζουν δύναμη κι αισθητικό παλμό.

Όχι δεν έχω απαντήσεις. Και ευτυχώς! Γιατί οι ερωτήσεις μας κρατάνε στην ζωή, τουλάχιστον στην πνευματική. Ούτε με νοιάζει να τις βρω, κάλλιο αναπάντητες για να ψάχνουμε εσαεί την ομορφιά. Δεν μπορείτε να φαντασθείτε τα συναισθήματα, που με πλημμυρίζουν διαβάζοντας εδώ και ένα μήνα, για μια ακόμα φορά, χωριστά τις εν λόγω ποιητικές συλλογες του Τάσου Λειβαδίτη. Κι αυτό είναι το ατού στην μεγάλη ποίηση. Και μακάρι ο «Μετρονόμος» να βγάλει και άλλες επιμέρους συλλογές σε μικρά καλαίσθητα βιβλία, παράλληλα με τα τρίτομα άπαντα, που πάνε με την σειρά τους εκδοτικά αρκετά καλά.


 

16 Ιανουαρίου 2018


ΛΕΩΝ Α. ΝΑΡ: Δεν σε ξέχασα ποτέ

art63aΩς πολίτης του κόσμου φορέας ελληνόφωνου πολιτισμού, έχω «έμφυτη» την απέχθεια στην πολυπλόκαμη, διαρκή γκρίνια μειονοτήτων για τα παλιά, για την πορεία του ιστορικού γίγνεσθαι, που διάφοροι καλοθελητές, ενσυνείδητα ή όχι, το αποτέλεσμα μετρά, την παρουσιάζουν σχεδόν ουρανόπεμπτη, ενώ όλοι οι λαοί – όχλοι, καθένας εξ ημών χωριστά και συλλογικά, είμαστε συνένοχοι. Θα μου πείτε: Έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λένε! Συμφωνώ απόλυτα! Πατρίδα και θρησκεία είναι οι μέγιστες σκόπιμες ηλιθιότητες και συνάμα τα αποτελεσματικά, ατσάλινα ταξικά δεσμά της εξουσίας για να κρατά σκλάβους τους υπηκόους της. Θα προσθέσω ως στοιχείο της πνευματικής ταυτότητάς μου δίστιχο από το ποιητικό έργο «Βραδυνά Πάρεργα» (Μετρονόμος):

«Μοναδική πατρίδα μου η γλώσσα, που μιλάω
και το τραγούδι του σεβντά, που την φθορά γλεντάω».

Ευτυχώς οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις, που τους επιβεβαιώνουν πάντα πανηγυρικά! Και ο Λέων Α. Ναρ έκανε την εξαίρεση με το θεατρικό έργο «Δεν σε ξέχασα ποτέ», Παίχθηκε με επιτυχία, συνεχίζει την καριέρα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Πρόσφατα κυκλοφόρησε σε βιβλίο, εκδόσεις «Ευρασία». Συνοδεύεται από δίσκο (cd) με τα σεφαραδίτικα τραγούδια, που εκτελούνται στην παράσταση. Ομολογώ την αδυναμία: Συμπτωματικά όσες φορές το έργο παίχθηκε στην Αθήνα, έλειπα στην επαρχία για εκδηλώσεις. Το ξέρω ως βιβλίο και κυνηγάω πότε θα παιχτεί στο Μεγάλο Χωριό. Ο Λέων Ναρ παίρνει θέμα πολυπαιγμένο – ουδόλως το υποτιμώ, ένα από τα πιο φριχτά μαζικά εγκλήματα της παγκόσμια ιστορίας, όσο κι αν έχω άλλη θέση από την συμβατική, επίσημη ονοματολογία και ως προς τα αίτια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου- και έπλασε πενέμορφο μουσικό, θεατρικό διαμαντάκι. Το υποκοριστικό με την γλυκύτητα, που το χρησιμοποιούν πάλαι ποτέ στην Σμύρνη και την υπόλοιπη Μ. Ασία.

Τί ξεχωρίζει το «Δεν σε ξέχασα ποτέ», πού πλεονεκτεί ο Λέων Ναρ; Κατά την γνώμη μου η ευρηματική πλοκή, απλή όσο και συναρπαστική. Άρα θα πρέπει να είναι σύντομο και περιεκτικό έργο. Όχι απλώς το επιτυγχάνει, αλλά δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι πρόκειται για σχεδόν τηλεγραφική, μεστή παράσταση με εύστοχα και ολοκάθαρα μηνύματα. Ούτε αυτά είναι art63bκοινότοπα! Σκηνοθετεί το έργο με τέτοιο τρόπο ώστε να μην αποπνέει ούτε στιγμή «πατριδοπληξία», ό,τι κι αν καθένας θεωρεί «πατρίδα» και να δίνει κάθε στιγμή την οικουμενική διάσταση. Δεν είναι εύκολο στον καλλιτέχνη να υπερβαίνει το προσωπικό του «βάσανο», την αφετηρία κάθε έργου του, να φθάνει στον κόσμο. Να εκπέμπει διαχρονικά μηνύματα, που συναγείρουν συνειδήσεις, για εκάστοτε σύγχρονα προβλήματα, για όσο υπάρχουν άνθρωποι. Κι αυτό, όλο και τίθεται εσχάτως υπό αμφισβήτηση...

Το εν λόγω έργο του Λέοντα Α. Ναρ σχολιάζει επιτυχώς βιώματά μας. Πώς λέγαμε στις φιλολογικές μας σπουδες; «Ετιμώρησαν Φρίνυχο πέντε μνας ως αναμνήσαντα οικεία κακά»! Το «Δεν σε ξέχασα ποτέ» μας θυμίζει εκτός των άλλων ότι οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν κάποτε μετανάστες, μάλλον όλοι είμαστε πρόσφυγες και μετανάστες, το αρχέγονο και πιο σημαντικό στοιχείο της βιολογικής μας ροής. Είναι κι ένα έργο, που μιλάει για τον έρωτα, για την δικαίωση και το ανεκπλήρωτο και για άλλα, που ανακαλύπτουμε ανάλογα με την φάση μας. Και αυτό είναι συστατικό κάθε εξαιρετικού έργου: Τα επίπεδα ανάγνωσης - πρόσληψης. Το βαρύναμε πολύ, όμως, και αφού πούμε ότι είναι καταπληκτική η δουλειά με τα σεφαραδίτικα τραγούδια, ας δώσουμε τον λόγο στον ίδιο τον φίλο μας Λέοντα Ναρ να μας μιλήσει:

«Υπήρχε η σκέψη, εδώ και αρκετό καιρό, να γράψω ένα έργο που να "παντρεύει" πρόζα, ήχο και εικόνα. Η Ζάνα, ο Γκάμπι, ο Ιντό, η Γράσια αλλά και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές του έργου επαναφέρουν την ιστορική μνήμη ενός κόσμου, που βίαια εξοντώθηκε και λησμονήθηκε άδικα. Το έργο θέτει διάφορα ζητήματα: Την αδιαφορία, που επέδειξαν πολλοί συμπολίτες για την τύχη των γειτόνων τους, αλλά και την έμπρακτη στήριξη, που επέδειξαν άλλοι την ίδια χρονική στιγμή. Τον έρωτα, που υπάρχει, είναι κυρίαρχος, ακόμη και σε συνθήκες υπέρτατης εξαθλίωσης, την ώρα, που οι περισσότεροι διαρκώς καταδιώκονται, τη στιγμή, που σχεδόν όλοι μάχονται, όταν η πλειονότητα εξοντώνεται, αλλά κυρίως όταν η μειονότητα επιβιώνει. Τη μετανάστευση, εξακολουθητική συνθήκη ζωής για τον εβραϊκό, αλλά και για πολλούς άλλους λαούς, που δοκιμάζονται. Ολα αυτά συνθέτουν και τη δική μου κληρονομιά. Με τα σεφαραδίτικα, που άκουγα να μιλούν στο σπίτι παππούδες, γιαγιάδες και γονείς. Με το παράπονο βέβαια γιατί η δική μου γενιά καταλαβαίνει πλέον λίγες μονάχα ισπανοεβραϊκές λέξεις. Με την ανησυχία της συναισθηματικής αποστασιοποίησης, που ίσως στιγματίσει τις επόμενες γενιές, αλλά και με υπέρτατη ανάγκη διαχείρισης της μνήμης των πολλών “απόντων”. Και κυρίως με την άνιση συχνά μάχη απέναντι σε όσους αμφισβητούν τα αναμφισβήτητα».

art63cΟι ήρωες του Λέοντα Ναρ αποζητούν τις χαμένες ρίζες και προσπαθούν μέσα από την αγάπη, τη γλώσσα, το τραγούδι να ανιχνεύσουν υλικό συγκόλλησης με το παρελθόν. Τα τραγούδια της Ζάνας επαναφέρουν στην μνήμη την γλώσσα, που χάθηκε, ανασυνθέτουν την ιστορική διαδρομή χιλιάδων απόντων Ισραηλιτών της Θεσσαλονίκης. Εγγονός επιζώντων από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Β' Παγκοσμίου Πολέμου κι εγγονός Εβραίων, που έκρυψαν Ορθόδοξοι στη Θεσσαλονίκη, ο Λέων Ναρ, συγγραφέας και καθηγητής στο Κολέγιο Ανατόλια μεγάλωσε ακούγοντας σκληρές ιστορίες:

«Ηθελα αυτό το μεγαλείο της ανθρωπιάς να περάσει και στο έργο μου. Είναι κομμάτι της ιστορίας της χώρας μας. Το ΚΘΒΕ αγκάλιασε αυτή την πρωτοβουλία και αυτό είχε μεγάλη σημασία. Ευτυχής συγκυρία η συνεργασία με τον σκηνοθέτη Μιχάλη Σιώνα. Να σκεφτείτε ότι το Βασιλικό Θέατρο είναι χτισμένο με πλάκες του εβραϊκού νεκροταφείου. Το θέμα καίει ακόμα την πόλη μας. Ολοένα και περισσότερο το θέμα ενδιαφέρει. Είναι πολλοί εκείνοι, που ψάχνουν να βρουν τη μνήμη τους. Ξεκινώντας από ένα διάλογο που αφορά τη μετανάστευση, το έργο προσπαθεί να ορίσει τη διαφορά του πρόσφυγα και του μετανάστη, μια διαφορά που θα έλεγα ότι τελικά είναι στα χαρτιά. Ένα ζευγάρι Εβραίων τότε, ένας ανεκπλήρωτος έρωτας, τρία γράμματα, που δεν έφτασαν ποτέ στον παραλήπτη τους, είναι τα βασικά στοιχεία, που δομούν το θεατρικό “Δεν σε ξέχασα ποτέ”».

art63dΜαρτυρίες της αρμονικής συνύπαρξης διαφορετικών παραδόσεων, ο έρωτας που αντιστέκεται στη λήθη, ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο, παράσταση, που λειτουργεί ως βιωματικό μάθημα ιστορίας. Για τα σεφαραδίτικα τραγούδια μιλήσαμε αναλυτικά στο «Μούσα Πολύτροπος» (Μετρονόμος). Παραδοσιακές Βαλκανικές ή Μεσογειακές μελωδίες, που κάθε συγκάτοικος λαός διασκευάζει και παίζει ανάλογα με την νοοτροπία του, τα ήθη και τα έθιμα, τις κοινωνικές ανάγκες. Επίσης άσματα με υπογραφή στην μακραίωνη και βασανιστική πορεία από τον ανώνυμο στον επώνυμο δημιουργό:

«Υπάρχει το θεατρικό δρώμενο, μαζί με τα δέκα τραγούδια, που ερμηνεύει η μπάντα επί σκηνής. Τα περισσότερα έχουν σεφαραδίτικο στίχο, αλλά είναι πιο γνωστά στο ευρύ κοινό χάρη στις ελληνικές εκδοχές, όπως η “Μισιρλού”, (σ.σ. Ν. Ρουμπάνη) το “Μικρός αρραβωνιάστηκα” (σ.σ. Μ. Βαμβακάρη) ή το «Πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει (σ.σ. μάλλον Α. Νταλγκά). Ορισμένα, όπως η “(ξανθή) Εβραιοπούλα” (σ.σ. Στ. Παντελίδη) την ακούμε στα ελληνικά. Ηθελα να αναδείξω αυτή την “ώσμωση”, την επικοινωνία ανάμεσα στους Χριστιανούς και στους Εβραίους, που συνεχίστηκε για πέντε αιώνες. Η επιθυμία μου να συνδυάσω την αφήγηση με τη μουσική ήταν που με ώθησε να γράψω θεατρικό έργο και όχι, για παράδειγμα, μυθιστόρημα. Ο στόχος ήταν να αποκτήσει ο δέκτης μία αίσθηση του κλίματος που επικρατούσε στην πόλη και ταυτόχρονα να έρθει σε επαφή με κάποια λαογραφικά στοιχεία της κοινότητας. Νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να τα περάσω με τον ίδιο τρόπο στη λογοτεχνία».

Να πως σχολιάζει ο Λέων Α. Ναρ την θεματολογία του την συνυφασμένη με ένα κομμάτι της ζωής ή του χαρακτήρα του, αφού υπενθυμίσουμε την δίτομη εξαιρετική του δουλειά για τα άπαντα του Γιωσέφ Ελιγιά (Γαβριηλίδης), που την θεωρώ την εως τώρα πιο σημαντική πνευματική του προσφορά μαζί με το εν λόγω θεατρικό έργο

art63e«Είμαι Θεσσαλονικιός εδώ και πολλές γενιές, άρα πολλά κείμενά μου ασχολούνται με την πόλη. Είμαι Ισραηλίτης της πόλης κι αυτό είναι άλλο κομμάτι της ταυτότητάς μου. Είμαι φίλαθλος, οπότε εκδήλωσα και αυτή τη διάσταση της προσωπικότητάς μου. Εχω ζήσει τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, και κάτι μέσα μου με σπρώχνει να γράψω για αυτήν την περίοδο. Το πέρασμα στη θεατρική γραφή δεν μπορεί παρά να συνιστά πρόκληση για έναν συγγραφέα περισσότερο εξοικειωμένο με τα δοκίμια και την αρθρογραφία. Δεν σου κρύβω ότι εξεπλάγην από την απήχηση της παράστασης. Σε καμία περίπτωση δεν περίμενα τόσο μεγάλη αποδοχή Στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης είχαν κλειστεί τρεις παραστάσεις, αλλά επειδή ήταν sold out δύο εβδομάδες νωρίτερα, προστέθηκε άλλη μία και τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν σε λίγες ώρες. Το τέλος του έργου είναι ανοιχτό, επιτρέποντας στον θεατή να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και ίσως να προβληματιστεί πάνω σε υπαρξιακά ζητήματα, σχετιζόμενα τόσο με την ταυτότητα και τη θέση του στον κόσμο, όσο και με τον έρωτα, που σημαδεύει τη μνήμη εξίσου βαθιά με τον πόνο της απώλειας».

 

* * *

 

Το έργο «Δεν σε ξέχασα ποτέ», θεατρική παραγωγή του Κρατικού Θεάτρου Β. Ελλάδας (ΚΘΒΕ), ανέβηκε με πολύ μεγάλη επιτυχία στηΘεσσαλονίκη τις περιόδους 2016 - 2017 και 2017 - 2018 (στο Μέγαρο Μουσικής, στην Μονή Λαζαριστών, στο Αρχαιολογικό και Λαογραφικό Μουσείο, στο Εθνολογικό Μουσείο Μακεδονίας Θράκης, στο Τελλόγλειο Ίδρυμα Τεχνών, στα φεστιβάλ «Μερκούρεια», «Παρα θιν αλός» και πολλούς άλλους χώρους πολιτισμού (13 διαφορετικοί Δήμοι) μεταξύ των οποίων το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Στις 13 Φεβρουαρίου «ταξιδεύει» στο Ισραήλ. Το βιβλίο πλαισιώνεται από CD με σεφαραδίτικα τραγούδια που με εξαιρετική επιτυχία τραγουδά η ηθοποιός Σοφία Καλεμκερίδου που συγχρόνως παίζει τον ρόλο της γιαγιάς Ζάνα, στις παραστάσεις. Συμμετέχουν: Στέλα Καμπουρίδου (καβάλ), Γιώργος Μιναχείλης (κανονάκι) Ηλίας Σαρηγιαννίδης (λαούτα).

Η. Β. Κ.


 

12 Ιανουαρίου 2018


Σπύρος Αραβανής: «ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΟΣ ΛΟΓΟΣ»

(Είκοσι μελετήματα)


art62aΝα μια εξαιρετική δουλειά νέου ερευνητή, που την απολαμβάνεις και στην συνέχεια την αρχειοθετείς να την έχεις σε πρώτη ζήτηση, όχι κατ΄ ανάγκη από επαγγελματική διαστροφή, αλλά κυρίως γιατί αφορά το λαϊκό μας τραγούδι, όπως και να το κάνουμε, το πιο πολύτιμο παιδί της ψυχής μας και στον καιρό της βασιλείας της μαζικής ηλιθιότητας με τον πιθηκίσιο αυνανισμό της οθόνης, της καλπάζουσας τεχνολογίας. Βγαίνουν όμορφα βιβλία με το μεράκι, την ψυχή συγγραφέων και αναγνωστών, που θέλουν την καθημερινή ζωή ανάχωμα στον επευλάνοντα μαλλιαρό, πρόγονο, που έχει αποκτήσει ζωγραφιστό... τρίχωμα! Υπάρχουν αξιόμαχες εστίες αντίστασης, όπως η εν λόγω εργασία, που κυκλοφορεί από τον «Μετρονόμο». Άλλο ανθεκτικό μετερίζι, που ξεκινήσαμε με τον φίλο Θ. Συλιβό, Μάρτιος 2001, και το συνεχίζουν σε πέλαγος αντιξοοτήτων ο Θανάσης με την νέα γενιά. Βοηθάμε κι εμείς οι... παλαίμαχοι, όσο μπορούμε.

Σπύρος Αραβανής: «Μελοποιημένος λόγος», είκοσι μελετήματα για ποιήματα, που έγιναν μεγάλα ή μικρά τραγούδια, τα είχε δημοσιεύσει ο συγγραφέας σε πρώτη μορφή στον Μετρονόμο, το Δίφωνο, άλλα περιοδικά κι ιστοσελίδες και βρίσκουν την οριστική μορφή. Έχει σημασία η παράθεση των άρθρων – κεφαλαίων του βιβλίου γιατί αφορούν εμβληματικούς δημιουργούς του λόγου, που προίκισαν με ποίηση και στιχάκια την ελληνικά λαϊκή μουσική. Κυρίως, όμως, από την πλευρά του αναγνώστη το βιβλίο αποκτά εκτός από πνευματική και χρηστική αξία, συνιστά με τον τρόπο του επιτομή της ιστορίας του σύγχρονου τραγουδιού.

art62bΣύντομες, μεστές μελέτες, συγκεκριμένα δισκογραφικά, κριτικά κι άλλα στοιχεία, λιτή και ακριβής παρουσίαση για την μελοποίηση των: Παπαδιαμάντη, Βρεττάκου, Ρίτσου, Λειβαδίτη, Βάρναλη, Γκόρπα, Ελευθερίου, Καμπανέλλη, Μποστ, Μάτεσι, Χατζιδάκι, Αλκαίου, Αλεξίου, Βιτάλη, Σιδηρόπουλου, Κραουνάκη, Μπρεχτ, όπως επίσης και μονογραφίες για τον πολύπαθο πολιτικό στίχο, τον Ερωτόκριτο και την Ομηρική Οδύσσεια. Το βιβλίο έχει αφηγηματική αυτοτέλεια και αρκετά γλαφυρό τρόπο παράθεσης του υλικού, όσο κι αν αντικειμενικά η συσσώρευση, μεταξύ άλλων, δισκογραφικών στοιχείων δεν μπορεί να δρέπει λογοτεχνικές δάφνες. Ωστόσο το όλο υλικό το διαχειρίζεται ο Σπύρος Αραβανής με ρέοντα λόγο. Βοηθάει τα μάλα και η ανθολόγηση στίχων, έστω και σαν κείμενο, όχι σε ποιητική στοιχειοθεσία, προφανώς για εξοικονόμηση χώρου. Αιφνιδιάζεται ακόμα και ο πιο ψαγμένος, έτσι, που είναι συγκεντρωμένα, τεκμηριωμένα δισκογραφικά στοιχεία και μελοποιημένα άσματα. Λες αρκετές φορές μέσα σου: Κι αυτό του Τάδε είναι!

art62cΚαταρρίπτονται και μονομανίες (αφορούν σχολαστικούς ερευνητές και όχι τους καλλιτέχνες ή πρωτίστως το κοινό) άλλο ποίηση, άλλο στίχος, μελοποιείται ή όχι και πώς η ποίηση, ο Δείνα είναι στιχουργός ή ποιητής; - κι άλλα τραγελαφικά, που δεν είναι μόνο σε χαζά βιβλία, αλλά σερβίρονται αναφανδόν από τα Μέσα Μαζικής Εξαχρείωσης (Μ.Μ.Ε.) σαν... αιρετική σοφία. Καταδεικνύεται έμμεσα στο πόνημα του Σπ. Αραβανή η ενότητα λόγου και μέλους στο λαϊκό μας τραγούδι. Θα έλεγα και των άλλων στοιχείων του (ερμηνείας, εκτέλεσης, κλπ.) αλλά αυτά δεν μπορεί να είναι στο βεληνεκές μελέτης για τον μελοποιημένο λόγο. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και παρελκόμενες «ιστορίες» και «μύθοι» για διαχρονικά τραγούδια Φωτίζουν κυρίως την ατμόσφαιρα της εποχής δημιουργίας τους και της πορείας των συντελεστών.

Όσο για την αρχή «ποιοτικής ανάλυσης περιεχομένου», που αναφέρει προλογικά ότι έκανε χρήση ο συγγραφέας, με όλο τον σεβασμό, με την ιδιότητας της παλιάς.... στο ίδιο κουρμπέτι, θα πω ότι αυτά είναι νεολογισμοί, να έχουμε να λέμε, ιδιαίτερα στον τομέα του τραγουδιού, που όπως μου τόνιζε συχνά ο αείμνηστος φίλος Νίκος Μαμαγκάκης: Η μουσική μιλάει αφ΄ εαυτής και δεν θέλει κολαούζους. Ο Σπύρος έκανε και μπράβο του, πολύπονη, συνοπτική πλην πλήρη κι ακριβή, για τα πρόσωπα με τα οποία καταπιάνεται, μελέτη του μελοποιημένου ποιητικού τους έργου. Περιέχει η εργασία συγκεντρωμένο και αξιολογημένο υλικό, που δεν θα έφθαναν μέρες και τόμοι για να ψάξει και να βρει, όχι ο ερευνητής (αυτός τα θέλει ο κώλος του!) αλλά ο απαιτητικός ακροατής, που δεν «ακούει» άσματα στο «Ιντερνέτ», μια τζούρα στην αρχή και στο τέλος, και πάει στο διάβολο η μελωδική μας τέχνη!

art62dΠαρεμπιπτόντως, νομίζω ότι υπερτιμά στον πρόλογό του την όποια συμβολή του Διαδικτύου στην εργασία του ερευνητή και των ακροατών, αλλά αυτό είναι δικό του θέμα και προπαντός πανίσχυρη μόδα, που είμαι περίεργος τί θα μείνει από όλη αυτή την ηλεκτρονική επιπολαιότητα και ευκολία μετά τον Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την εκδίκηση της Φύσης. Μπήκαμε σε ατραπούς επικίνδυνους, αλλά ήθελα να ’μουν από μια μεριά να δω και να γελάσω! Στο προκείμενο, όμως. Γεννημένος το 1979 στον Πειραιά ο Σπύρος Αραβανής σπουδάζει κλασσική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύεται στον τομέα της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης. Συνεργάζεται ως δημοσιογράφος με μουσικά περιοδικά. Εκδότης της ποιητικής επιθεώρησης «Ποιείν», www.poiein.gr Κυκλοφορεί ποιητικές συλλογές: «Η ανοσία της άγνοιας» (οδός Πανός 2008), «Η ιστορία ενός ανθρώπου» (Μετρονόμος 2011), «Πέντε αστικές ωδές. Ενδυμίων» (e-book 2013), «Θραύσματα» (Ποιείν - Μετρονόμος 2015) και την μελέτη «Πολυπολιτισμική Ταυτότητα και Λογοτεχνία» (Διάδραση 2015).

art62eΈχω, φυσικά, ισχυρές διαφωνίες για το «πολιτικό τραγούδι», τον πολιτικό στίχο, που λέει ο συγγραφέας, αλλά ουδεμία έχει σημασία. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι μας χωρίζει ολόκληρη ιστορική γενιά, αλλιώς ζήσαμε αυτά τα εμβληματικά τραγούδια εμείς και πολύ περισσότερο οι «εκδρομείς του ’60» και αλλιώς τα σπουδάζουν από διαθλαστικούς φακούς της ξενόδουλης εξουσίας οι νεώτερες γενιές. Κρίσιμο είναι ότι οι όροι συνιστούν συμβάσεις, που υπογράφουμε, να συνεννοούμεθα και όσο πιο πολύ επιτυχημένο θαρρείς τον ορισμό, τόσο περισσότερο από την ουσία του οριζόμενου χάνεται. Μ’ αυτήν την έννοια, απλός, λειψός ορισμός είναι το «πολιτικό τραγούδι», το «έντεχνο τραγούδι» και άλλες προβληματικές ταμπέλες. Το τραγούδι είναι ένα, υπάρχει καλή και κακή μουσική και αυτός ο προσδιορισμός είναι με την σειρά του σχετικός και ταξικός. Μιλώ για την τελευταία μονογραφία του «Μελοποιημένου λόγου», πάλι εξ αφορμής, όχι για να κάνω αντιπολίτευση ή να το παίξω έξυπνος στον Αραβανή.

Επίλογος: Το γνωστό μας τρίπτυχο, αγοράστε, διαβάστε, απολαύστε την εργασία του Σπύρου Αραβανή. Είναι πολύτιμο στοιχείο κάθε μουσικής βιβλιοθήκης, αφού το τραγούδι είναι το ισχυρότερο στοιχείο της καλλιτεχνικής μας ταυτότητας. Είναι πολύ σημαντικό, που η νεώτερη γενιά -με δυσκολίες και αντιξοότητες, έτσι πάντα η ζωή προχωράει- βγάζει σε όλα τα επίπεδα δουλευτές να συνεχίσουν την σκυταλοδρομία του πολιτισμού. Συνεχίστε παιδιά, με λιγότερες δημόσιες σχέσεις και λιβανωτό στους τηλεοπτικά διάσημους και πιο πολύ δουλειά...


 

05 Οκτωβρίου 2017


Σύρος: Φεστιβάλ Μάρκου Βαμβακάρη

art61aΟι παλιές αγάπες ποτέ δεν ξεχνιούνται. Πάντα, χωρίς να το περιμένεις, σε τρατάρουν απλόχερα αυτό, που θέλεις, έχεις ανάγκη, που μόνο αυτές έχουν! Οκτώ συναπτά χρόνια είχαμε να πάμε Σύρα, όπου με αφετηρία τον Γαλησσά αμέτρητα καλοκαίρια περάσαμε ζωή χαρισάμενη. Λες τίποτα δεν άλλαξε, αυτήν την φορά με κέντρο την Ερμούπολη και το «Φεστιβάλ Μάρκου Βαμβακάρη», που για δεύτερη χρονιά διοργάνωσαν από 30 Αυγούστου ως 3 Σεπτεμβρίου ο Δήμος Σύρου, το Επιμελητήριο Κυκλάδων, τη συνδρομή άλλων τοπικών φορέων. Είναι κάτι στιγμές, που όλα, μα όλα, συνωμοτούν να μας ταξιδέψουν μοναδικά. Είναι ο Μεγάλος Συριανός, που μας μαγεύει παιδιόθεν και μας έδεσε με την γενέτειρά του. Μην ψάχνεις τερτίπια, να πεις ότι απρόσμενα πέρασες υπέροχα χάρη σε μερακλήδες φίλους!

Για το ίδιο το Φεστιβάλ Μάρκου Βαμβακάρη, μακάρι να καθιερωθεί κάθε χρόνο, όχι μόνο ως φόρος τιμής στον πατριάρχη του Ρεμπέτικου, αλλά και κυψέλη μελέτης, δημιουργικής συνδρομής στην λαϊκή αστική μουσική μας παράδοση. Έτσι φαίνεται το βλέπουν και οι διοργανωτές, να δούμε πώς μπορεί να προχωρήσει! Τώρα, που το θυμήθηκα! Βρείτε στην Άνω Σύρα, πιο μεγάλο οίκημα να στεγάσετε το Μουσείο Μάρκου Βαμβακάρη! Φτιάξτε βιτρίνες να μπουν ενθυμήματά του, που καταστρέφει ο χρόνος. Παράδειγμα, λειτούργησε στο Φεστιβάλ έκθεση λαϊκών οργάνων, από τους οργανοποιούς Ν. Φρονιμόπουλο, Τ. Κατσιφή, Γ. Καρβούνη, Δ. Μάτσικα, Ν. Παΐσιο, Γ. Τσουλογιάννη, Α. Μπόλια. Δεν θυμάμαι ποιος, δώρησε στο Μουσείο αντίγραφο του μπουζουκιού του Μάρκου. Πού θα το βάλετε, ρε παιδιά; Θα σκεβρώσει! Εκείνο το κοστούμι του Μάρκου σε ντουλάπα ερείπιο, το βλέπεις και σε πιάνουν κλάματα. Τα βιβλία, που δωρίσαμε είναι χύμα! Υπεύθυνοι του Μουσείου: Αίσχος, ντροπή να έχετε πρώτο πλάνο το βιβλίο του άθλιου Ηλία Πετρόπουλου, φανατικού υβριστή του Μάρκου ( δες Μούσα Πολύτροπος», εκδόσεις Μετρονόμος)!

art61b art61c


Μοναδικές στιγμές! Δεύτερη μέρα του Φεστιβάλ, τελευταία του Αυγούστου, στην Πηγή Αγίου Αθανασίου, στην Άνω Σύρα, έγινε απρόσμενα μεγάλο αλά παλιά γλέντι. Όπως το ’πε ο Μέγας Συριανός: «Μέσα σ’ ωραία ρεματιά που τρέχει το νεράκι/ ......ν’ ακούω τα πουλάκια/ και να μου βγάζουν της καρδιάς τόσα πικρά φαρμάκια»!! Για το «Ανηφόρι» του Πειραιά και τί δεν είπαμε! Δυο από το «Ανηφόρι» πρωτοστάτησαν. Ο τραγουδιστής Γιώργος Ζορμπάς και ο μπουζουξής Αντώνης Μαραγκός. Μεγάλοι καλλιτέχνες, αλλά διάλεξαν δρόμο επαγγελματικής ασφάλειας και ψυχαγωγούν μόνο τους φίλους ! Δεν θα μας θρέψει όλους ίδια μελέτη- λέει κάπου ο Πίνδαρος... Ότι θα υπήρχε στην Σύρα ορχήστρα Γιοαβανίκα πώς να το πιστέψεις! Σχεδόν αιώνα από τον θάνατο του μέγιστου λαϊκού βιολιστή της Βαλκανικής Γιάγκου Αλεξίου - Γιοβανίκα (1850 -1925) εξαίρετοι μουσικοί θα έπαιζαν στην μνήμη του, με τ’ όνομά του!

art61dΤέλος πάντων, επειδή τα όμορφα τα ζεις, μόνο τ’ απολαμβάνεις, δεν έχει νόημα να τα διηγείσαι, γίναμε τεράστια παρέα, γλεντήσαμε μοναδικά, όπως τότε, όπως πάντα, παρέες κάνουν πρωτότυπο πολιτισμό με τα ντέρτια τους. Τα ονόματα των μουσικών, πλην Ζορμπά, Μαραγκού: Κλέαρχος Κορκόβελος (κύμβαλο), Χαρούλα Τσαλπαρά (ακορντεόν), Γλαύκος Σμαριανάκης (βιολί), Λουκάς Μεταξάς (κοντραμπάσο), Ισίδωρος Ρούσσος (κιθάρα). Την πρώτη μέρα του Φεστιβάλ έπαιξαν στην βίλα Τσιροπινά οι Νίκος Τατασόπουλος, Αθηνά Λαμπίρη, Δημήτρης Μηταράκης, Βασίλης Σκούτας, Γιάννης Ζαρίας. Στην πιάτσας της Άνω Σύρας, την 1η και 2 Σεπτεμβρίου, δύο ωραίες συναυλίες: Ενδιαφέρουσα προσέγγιση του ρεμπέτικου από κιθάρες κυκλαδίτικες, Βασίλης Αντωνίου από την Μύκονο, Γιώργος Βαμβακούσης από Σύρο, Πέτρος Κουσουνάδης από Τήνο. Έπαιξαν οι «Λακριντί», Αγνή Ρούσσου (μπουζούκι), Αφροδίτη Ορφανίδου (κιθάρα), Πέτρος Στεφάνου (μπουζούκι), Βαγγέλης Στεφάνου (κιθάρα), Παναγιώτης Μάντης και Δημήτρης Γρηγοριάδης (μπουζούκι).

Η ιστορική στιγμή του Φεστιβάλ ήταν η διάλεξη – σεμινάριο στο θέατρο Απόλλων της Ερμούπολης του Στέλιου Βαμβακάρη. Ταξίδι στους δρόμους της λαϊκής μας μουσικής, στην τεχνική, τα κουρδίσματα του μπουζουκιού, τα περίφημα, μοναδικά καραντουζένια του Μάρκου, και του Στέλιου. Πολύ τυχεροί όσοι μπουζουξήδες και άλλοι μουσικοί την παρακολούθησαν, κι εμείς οι άσχετοι. Ο Στέλιος Βαμβακάρης, στα χνάρια του Μάρκου, έχει προχωρήσει πολύ την μουσική, ιδιαίτερα το παίξιμο του μπουζουκιού, οι αυτοσχεδιασμοί του, είναι από μόνα τους, το καθένα χωριστά, έργα μεγάλης λαϊκή τέχνης. Δυστυχώς δεν έχουν ακόμα εκδοθεί. Υπάρχουν κάποια ερασιτεχνικά βίντεο στο διαδίκτυο, αλλά πρέπει να καταγραφούν συστηματικά αυτές οι δημιουργίες, να γίνουν ευαγγέλιο των μπουζουξήδων, να τα διδάσκουν στα ωδεία και στα μουσικά σχολεία.

art61eΤο κλείσιμο του Φεστιβάλ άκρως εμπορικό, αυτή, τέλος πάντων η παράσταση, που παίχθηκε στο Ηρώδειο «Μάρκος ο Φραγκοσυριανός», που κατά την γνώμη μας απέχει πολλά χιλιόμετρα από το να τιμήσει τον διαχρονικό Μάρκο, ανάξια αναφοράς. Θα γκρινιάξω πάλι: Απαράδεκτο να παίζεται στην Σύρα «Η Φραγκοσυριανή» στην εμπορική εκδοχή κι όχι όπως την έγραψε ο μέγας δημιουργός, επίσης να λένε: «λες και μάγια μου ’χεις κάνει», αντί το θρυλικό «και μάγια μου ’χεις κάνει», που λέει και δισκογραφεί ο Μάρκος. Αν δεν νοιώθετε την διαφορά, μη το λέτε! Αλλά θα πεις, εδώ πιθηκάκια πήραν και του άλλαξαν τα φώτα! Βγήκαν στο κλείσιμο κάτι «περίεργοι», να μην πω αυτό που σκέφτομαι, και κατακρεούργησαν, τάχα σατιρικά, δήθεν «ραπ», την «Φραντζολίτσα», άλλο παγκόσμιο λαϊκό τεχνούργημα του Μάρκου. Παρακμή!!!

Περάσαμε πολύ όμορφα στην Σύρα! Το γλέντι στην πηγή Αγίου Αθανασίου και το σεμινάριο του Στέλιου Βαμβακάρη για τα καραντουζένια του πατέρα του και του ίδιου. Αυτό το τελευταίο ας γίνει μαγιά για το 3ο Φεστιβάλ του Μάρκου Βαμβακάρη, του χρόνου στην Σύρα. Το λέμε έγκαιρα, βλέπουμε μπροστά, κάνουμε προτάσεις: Τα έργα του Στέλιου Βαμβακάρη, τα καραντουζένια του μπουζουκιού, οι εκπληκτικοί του αυτοσχεδιασμοί να δισκογραφηθούν, να βγουν (οπτικό και ηχητικό υλικό) δίσκος – βιβλίο. Να μπορούν να τ’ απολαμβάνουν μουσικοί, ειδικοί και κοινό, καθένας με το επίπεδό του, και η όλη δουλειά να κάνει πρεμιέρα στο 3ο Φεστιβάλ Μάρκου. Τους μεγάλους καλλιτέχνες τους τιμάς συνεχίζοντας, όχι κακοποιώντας εμπορικά το έργο τους. Η πιο μεγάλη τιμή είναι τέτοια φεστιβάλ να είναι κυψέλες δημιουργίας. Στην συγκεκριμένη περίπτωση στα χνάρια του Μάρκου, τα καραντουζένια του Στέλιου. Αξιοποιήστε επίσης, αρμόδιοι του Φεστιβάλ, όλους όσοι ασχολήθηκαν με τον Μάρκο Βαμβακάρη και το έργο του. Φτιάξτε επιτέλους ό,τι είπαμε αυτό το Μουσείο του Μάρκου. Νισάφι πια...


 

20 Σεπτεμβρίου 2017


ΑΡΗΣ ΚΟΥΚΟΣ: «Με την καρδιά στη θάλασσα»

art60aΜε τον Άρη Κούκο, όπως και με όλους τους μαθητές του Στάθη, του Κάρλου και Νίκου Μιλάνου, της «Σκάλας» (του Μιλάνου) του θρυλικού Βολιώτικου ταβερνείου, όπου μυηθήκαμε εξ απαλών ονύχων στην λαϊκή μουσική, εκ των προτέρων δηλώνω «προκατειλημμένος», όχι... αντικειμενικός. Παστρικές εξηγήσεις! Για μας ήταν ο ναός της τέχνης! Χαίρομαι αφάνταστα και πολλαπλά, όταν κάποια από αυτά τα παιδιά αναδεικνύονται μεγάλοι σολίστες κάνοντας συγχρόνως τα ρωμαλέα τους συνθετικά βήματα. Πρόσφατα ο Άρης Κούκος κυκλοφόρησε τον πρώτο δίσκο με όμορφα λαϊκά τραγούδια. Ούτε αυτό είναι αυτονόητο! Όσο κι αν σήμερα βγαίνουν καλές δουλειές, που διαψεύδουν έμπρακτα την κακομοιριά και μοδάτη μιζέρια: «Πάει πέθανε το λαϊκό τραγούδι», το πιο σημαντικό είναι ότι κάποιοι δίσκοι είναι ξεχωριστοί, πατάνε σε παλιά μεράκια και με το ταλέντο του δημιουργού δίνουν νέα σύγχρονη δύναμη στην λαϊκή μουσική. Όπως, καλή ώρα, η ωραία δουλειά, που παρουσιάζουμε σήμερα, που αξίζει να την αποκτήσει και να την απολαύσει κάθε λάτρης της λαϊκής μούσας.

Τα στοιχεία του δίσκου: «Με την καρδιά στην θάλασσα». Άρης Κούκος, Μάτα Αδαμογιάννη. Τραγουδούν: Ιουλία Καραπατάκη, Μπάμπης Βελισσάριος, Σοφία Παπάζογλου, Μανώλης Πάππος, Κώστας Τριανταφυλλίδης. Παίζουν οι μουσικοί: Γιώργος Παπαχριστούδης (πιάνο), Δημήτρης Παπαγγελίδης (κιθάρες), Ανδρέας Παπάς (κρουστά), Νίκος Κασσαβέτης (τύμπανα), Αναστάσης Μισυρλής (τσέλο), Θεόδωρος Κουέλης (κόντρα μπάσο), Ηρακλής Βαβάτσικας (ακορντεόν), ο Άρης παίζει μπουζούκι, μπαγλαμά, μαντολίνο και κιθάρα και στις δεύτερες φωνές: Σοφία Παπάζογλου και Κοσμάς Κοκόλης. Οι εκπληκτικοί πίνακες ζωγραφικής, που κοσμούν τον δίσκο είναι του Nicola Delarte. Έχει κυκλοφορήσει και έκδοση περιορισμένη (λεύκωμα) μόνο με τους πίνακες.

Ολίγα βιογραφικά: Ο Άρης Κούκος γεννήθηκε στον Βόλο και ο πατέρας του έδειξε τα πρώτα τραγούδια στο μπουζούκι. Δεκατριών ετών φοίτησε 2-3 χρόνια στην σχολή του Στάθη Μιλάνου, ήταν φίλος του πατέρα του από το θρυλικό ταβερνάκι «Σκάλα» (του Μιλάνου)! Ο Στάθης συνήθιζε να παίρνει στο πάλκο τους καλύτερους από τους μαθητές τους. Ο Άρης, 14 χρονών παίζει με τον δάσκαλο στο μαγαζί του «Κόκκινου» στην Ν. Αγχίαλο. Έπαιζε ως τα 18 συχνά και στην «Σκάλα». Μετά το λύκειο ήρθε στην Αθήνα, τελείωσε την Θεολογική Σχολή και μετά τον στρατό παίζει επαγγελματικά σε μαγαζιά. Πρώτες του καλές δουλειές με Θαλασσινό, Ανδρεάτο, Κότσιρα, Μακεδόνα και άλλους. Την περίοδο 2003 - 2006 μετέχει στην ορχήστρα «Μ. Θεοδωράκης», συνεργάζεται με Νταλάρα, Κραουνάκη, Πάριο, Μητροπάνο. Πρώτο δισκογραφημένο τραγούδι «Χελιδόνι» σε στίχος Τζουανόπουλου (2007). Καλύτερα, όμως, να δώσουμε τον λόγο στον ίδιο τον Άρη Κούκο:

art60b- Θα ξεκινήσω από κοινά μας «μεράκια». Βόλος και Στάθης Μιλάνος. Τί λένe στην μουσική σου προσωπικότητα και στο έργο σου;

«Ο Βόλος. Η πόλη που μεγάλωσα. Όλες οι αναμνήσεις μου γυρίζουν εκεί. Παιδικά κι εφηβικά χρόνια, τα ανέμελα χρόνια δηλαδή, αλλά και τα χρόνια, που σαν μουσικός είχα τα πρώτα ακούσματα κι άρχισα να ψάχνω καθετί, που άκουγα. Τα πρώτα συγκροτήματα στο σχολείο και σε παρέες, οι "Μουσικοί Ορίζοντες" ένα πολύ ποιοτικό μουσικό σχήμα, που είχαμε τότε και φυσικά το μεγάλο σχολείο του Μιλάνου. Από κει έμαθα τα περισσότερα. Ο Στάθης, ένας απλός και λαϊκός άνθρωπος, που στη σχολή του δεν μας μάθαινε απλά μουσική. Μας διαμόρφωνε και σαν χαρακτήρες. Κατάφερνε να μαγνητίζει τους γύρω του όχι μόνο με το παίξιμό του αλλά και με την προσωπικότητά του. Κι απ' τον Στάθη, στον Κάρολο και τον Νίκο, τα αδέρφια του που είχαν την ταβέρνα "Σκάλα", το άλλο μεγάλο σχολείο. Απ' αυτούς τους τρεις μάθαμε τη λαϊκή μουσική κι εγώ και πολλοί άλλοι. Και σιγά σιγά άρχισαν και οι πρώτες δουλειές σε μαγαζιά του Βόλου πριν έρθω στην Αθήνα».

- Εκτελεστής ή συνθέτης;

«Μουσικός. Το ότι έχω γράψει δέκα, είκοσι, τριάντα τραγούδια ή μελωδίες δεν με κάνει να αισθάνομαι και συνθέτης. Να παίζω μουσική είναι αυτό, που μ' αρέσει. Κι η σχέση με το όργανο».

- Παίζοντας στην ορχήστρα, έστω πρώτο ρόλο μπορείς συνοδεύοντας γνωστούς τραγουδιστές να διαμορφώνεις και δικό σου συνθετικό ύφος ή νοιώθεις επί το πλείστον συμπληρωματικός

«Νομίζω ότι δεν έχει σχέση το ένα με το άλλο. Το να παίζεις σε μια ορχήστρα δεν μοιάζει σε κάτι με το να δημιουργείς ένα τραγούδι. Στην πρώτη περίπτωση έχεις το ρόλο του εκτελεστή - μουσικού, ενώ στη δεύτερη καλείσαι να φτιάξεις κάτι καινούργιο. Τώρα αν οι μοισικοί είναι ή νοιώθουν πολλές φορές συμπληρωματικοί σε μια ορχήστρα, ναι, συμβαίνει κι αυτό σε πολλές περιπτώσεις. Σε μεγάλα μαγαζιά, εκπομπές ή θεάματα όπου γενικότερα κυριαρχεί το θέαμα κι όχι το ακρόαμα είναι γεγονός ότι συχνά ο ρόλος του μουσικού παραγκωνίζεται».

art60c- Έχω την αίσθηση ότι μεγάλοι σολίστες δυσκολεύονται ή αποφεύγουν να γράφουν τότε και σήμερα τραγούδια. Κάνω λάθος;

«Δεν ξέρω πώς το εννοείς. Παλιότερα μεγάλοι σολίστες του μπουζουκιού, ο Χιώτης, ο Ζαμπέτας, ο Τσιτσάνης, ο Τατασόπουλος γράφαν δικά τους τραγούδια. Κάποιοι άλλοι, ο Σταματίου ή ο Κώστας Παπαδόπουλος δεν είχαν συνθετικό έργο παρόλο που ήταν μεγάλοι σολίστες. Ίσως να μην τους έβγαινε, να μην το προσπάθησαν. Οι τελευταίοι σολίστες - συνθέτες μάλλον ήταν ο Νικολόπουλος κι ο Πολυκανδριώτης. Τώρα η εποχή είναι άλλη, πολύ διαφορετική. Δεν νομίζω ότι ευνοεί και πολύ ούτε τους σολίστες (μπουζουξήδες) ούτε τους συνθέτες. μιλώντας φυσικά για αυτό που εσύ κι εγώ εννοούμε λαϊκούς συνθέτες και καλό λαϊκό τραγούδι».

- Πολλοί σολίστες επιλέγουν κατά τεκμήριο να συνοδεύουν διάσημους τραγουδιστές, να συμμετέχουν σε εμπορικά προγράμματα, που δίνουν καλό μεροκάματο. Εσύ;

«Ναι, κι εγώ το κάνω. Για βιοποριστικούς λόγους σαφώς. Δεν ξέρω αν είναι μεμπτό ή όχι αυτό. Ή καλύτερα μάλλον εξαρτάται απ τον τρόπο που το κάνεις. Εγώ θεωρώ ότι δεν έχω αλλιώσει τον ήχο μου και τον τρόπο, που παίζω συμμετέχοντας σε ένα τέτοιο πρόγραμμα. Και ξέρω πως αυτό ισχύει και για άλλους πολλούς μουσικούς. Ξέρω κι άλλους βέβαια που "χάλασε" το παίξιμό τους από αυτό. Η εποχή είναι δύσκολη και το επάγγελμα του μουσικού δυσκόλεψε κι αυτό. Την εποχή του ’50 και του ’60 αντίστοιχα σχεδόν όλοι οι μπουζουξήδες αναζήτησαν μεροκάματο στην Αμερική».

- Συμφωνώ όπως το θέτεις. Το ζήτημα είναι σήμερα βγάζουν μεροκάματο οι μουσικοί, τόσο οι μεγάλοι παίκτες όσο και τα... απλά μέλη της ορχήστρας;

«Δεν υπάρχουν απλά μέλη και μεγάλοι παίχτες κατ' εμέ. Όλοι είναι ισάξιοι σε μια ορχήστρα, είτε δύο ή τριών είτε δέκα ατόμων. Ο καθένας έχει το ρόλο του. Όπως είπα και πιο πάνω το επάγγελμα περνάει κρίση, μέσα στη γενικότερη κρίση, που υπάρχει και στις αλλαγές, που συμβαίνουν στη δισκογραφία, στον τρόπο διασκέδασης, στον τρόπο, που η τεχνολογία και η χρήση υπολογιστών και το ίντερνετ έχει αλλάξει τα δεδομένα. Μεροκάματα και ημέρες εργασίας έχουν συρρικνωθεί. Δε νομίζω πως μπορεί κάποιος να ζήσει αποκλειστικά απ' αυτό σαν επάγγελμα».

- Παίζεις και δικά σου τραγούδια και στο πάλκο με γνωστούς τραγουδιστές ή περιμένεις τις συναυλίες σου να τα παρουσιάσεις;

«Ε, αν είχα κάνει κάποια φοβερή, πανελλαδική επιτυχία, ίσως και να έπαιζα. Όχι, δικά μου τραγούδια παίζονται μόνο σε δικές μου εμφανίσεις».

art60d- Αφού το ’φερε η κουβέντα γιατί οι νέοι συνθέτες και τραγουδιστές αποφεύγουν να λένε στο πάλκο δικά τους τραγούδια; Βολεύονται επειδή ο κόσμος ζητά τα παλιά σουξέ;

«Ναι αυτό είναι απόλυτα κατανοητό. Αν ένα τραγούδι δεν γίνει γνωστό, θα το παίξεις και δεν θα "περάσει". Η σειρά έχει αλλάξει. Δεν συμβαίνει όπως παλιά, που τα τραγούδια παίζονταν κατευθείαν στο πάλκο και σιγά - σιγά τα μάθαινε και το κοινό. Τώρα αν δεν παιχτούν σε ραδιόφωνο, τηλεόραση ή στο ίντερνετ δεν φτάνουν εύκολα στον κόσμο. Υπάρχουν και πολύ μικρές εξαιρέσεις βέβαια. Οι νέοι τραγουδιστές πάντως λένε τραγούδια δικά τους στις εμφανίσεις τους».

- Μαθητεία. Διδάσκεις μπουζούκι; Υπάρχουν σήμερα ταλέντα; Οι νέοι μαθαίνουν μπουζούκι επειδή γουστάρουν ή μήπως βγουν στην τηλεόραση και τα οικονομήσουν;

« Ναι διδάσκω. Το ’χω από μικρός αυτό, γιατί ο δάσκαλός μου ο Στάθης ο Μιλάνος, όταν μας έδειχνε ένα τραγούδι, μας έβαζε μετά να δείχνουμε ο ένας στον άλλον. Κι αυτό μας έκανε πολύ καλό. Κι έτσι το αγάπησα. Σίγουρα υπάρχουν και περιπτώσεις, που κάποιοι ξεκινούν μαγεμένοι απ' τα φώτα της τηλεόρασης ή ενός μεγάλου μαγαζιού. Νομίζω όμως οι περισσότεροι ξεκινούν γιατί τους αρέσει το μπουζούκι και η μουσική γενικότερα. Παρακολουθώντας την εξέλιξη του μπουζουκιού από το ’80 και μετά, που εγώ θυμάμαι, πάντως, βλέπουμε πως παρότι η πορεία του λαϊκού τραγουδιού είναι φθίνουσα και το τραγούδι, που προβάλεται είναι χωρίς μπουζούκι, πολύ περισσότεροι ασχολούνται μ' αυτό. Πολλά περισσότερα παιδιά πλέον μαθαίνουν μπουζούκι. Οι οργανοποιοί για παράδειγμα, είναι κι αυτοί τριπλάσιοι σε σχέση με προηγούμενα χρόνια. Κι αυτό γιατί υπάρχει ζήτηση από νέα παιδιά, που μαθαίνουν. Μεγάλο ρόλο σ' αυτό έπαιξαν τα μουσικά σχολεία, το Πανεπιστήμιο της Άρτας και οι διάφορες σχολές. Εκτός απ' αυτό φαίνεται και η δύναμη, που έχει το μπουζούκι κι ο ήχος του, που συνεχίζει να κερδίζει τον κόσμο».

art60e- Δίσκος «Με την καρδιά στη θάλασσα». Πώς προέκυψε και γιατί;

«Προέκυψε χάρη στην επιμονή της Μάτας Αδαμογιάννη, που έγραψε τους στίχους σ' αυτό το cd. Και κάποιες μελωδίες. Η Μάτα είναι ανήσυχο πνεύμα και αφού με πλησίασε και γνωριστήκαμε, μου είπε για τα τραγούδια, που γράφει (στίχους και μελωδίες). Γράψαμε μερικά και με έπεισε να τα κυκλοφορήσουμε. Αφού είχαμε υλικό στα χέρια μας, μετά από ένα χρόνο περίπου ήρθαμε σε επαφή με τον Μωυσή Ασέρ που έχει τη δισκογραφική "Καθρέφτης ήχων αληθινών" με σκοπό την έκδοση. Η φίλη, Σοφία Παπάζογλου ήταν η πρώτη πρόθυμη και είπε ένα τραγούδι. Από ένα είπαν οι επίσης φίλοι Μπάμπης Βελισσάριος, Κώστας Τριανταφυλλίδης και Μανώλης Πάππος. Όλοι αυτοί είναι φίλοι κι έχουμε συνυπάρξει σε πολλές δουλειές, συναυλίες, μαγαζιά κλπ. Η μόνη που δεν γνωρίζαμε ήταν η Ιουλία Καραπατάκη, που είπε τα άλλα πέντε τραγούδια του cd. Θέλαμε μια νέα φωνή, μια νέα κοπέλα να είναι βασική τραγουδίστρια του δίσκου. Την είχαμε ακούσει σε κάποιες εμφανίσεις της και σε κάποια βίντεο και μας είχε κάνει εντύπωση. Η Ιουλία ήταν θετική, όταν άκουσε τα τραγούδια και αμέσως δέχτηκε να τα πει. Τη δουλειά συμπληρώνει ένα ορχηστρικό με τίτλο "Βόλτα στο φάρο"».

- Με ποια κριτήρια διαλέγεις τους στίχους, που μελοποιείς;

«Καταρχήν απλά να μου αρέσουν. Από κει και πέρα να είναι προς μελολποίηση. Εννοώ να ταιριάζει το μέτρο τους κλπ. Πλαίσια ιδιέταιρα δεν βάζω, αλλά θα με τραβήξουν σίγουρα στίχοι, που ξεφεύγουν από το πολυτραγουδισμένο θέμα του έρωτα ή θα το περιγράφουν με έξυπνο ή προτότυπο τρόπο».

- Πρωτεύον είναι ο στίχος ή η μουσική; Συνθέτεις πάνω σε στίχους ή το αντίθετο;

«Εμένα σαν μουσικό, πάντα η μουσική είναι αυτή, που θα τραβήξει πρώτα την προσοχή μου. Στο στίχο θα πάει η δεύτερη ματιά μου. Αλλά και τα δύο ισόποσα χρειάζονται για ένα καλό τραγούδι. Μια καλή ερμηνεία επίσης, μπορεί καμιά φορά να αναδείξει ένα μέτριο στίχο ή μέτρια μελωδία. Συνήθως γράφω πάνω στο στίχο, αλλά συχνά έχει γίνει το αντίθετο».

art60f- Άλλο επίμαχο θέμα, τραγουδιστές: Λένε τραγούδια σε ένα δίσκο και μετά ψάξε να τους βρεις για την παρουσίαση του δίσκου, για τις συναυλίες, για συνεργασία...

«Κοίτα, όταν έχεις μια καινούργια δουλειά, σαφώς χαρά και μέλημά σου θα είναι να την παρουσιάζεις, να την επικοινωνείς στο κοινό. Να λες τα νέα σου τραγούδια. Δεν βλέπω τον λόγο να μην το κάνεις. Όταν όμως μιλάμε για συμμετοχές είναι πιο δύσκολο. Μπορεί σαν τραγουδιστής να έχεις συμμετοχές σε 4 - 5 cd στην ίδια περίοδο. Εκεί πολλές φορές τα τραγούδια αναπόφευκτα χάνονται. Ίσως να μην δένουν σε ένα πρόγραμμα κλπ. Το να έχεις γνωστά ονόματα ως συμμετέχοντες σε ένα δίσκο λοιπόν είναι δίκοπο μαχαίρι. Απ΄ την μιά αυτός που θα πιάσει το cd στα χέρια του θα πει "α, για να ακούσω το τραγούδι που λέει ο Τάδε" (που είναι γνωστός και τον ξέρει). Ο Τάδε όμως θα το ξαναπεί ποτέ ζωντανά το τραγούδι»;

- Πολύ ωραία έκδοση. Έτσι πλέον πρέπει να βγαίνουν οι δίσκοι, αλλά κοστίζουν. Γιατί χρηματοδοτούμε τα έργα μας; - το ερώτημα, που με βασανίζει 30 χρόνια...

«Είναι η πρώτη μου ολοκληρωμένη δουλειά και ήθελα να την προσέξω όσο καλύτερα μπορούσα. Νομίζω μεγάλο μέρος του αποτελέσματος, εκτός του στίχου, της μουσικής και των τραγουδιστών, έπαιξε κι ο ήχος του κάθε μουσικού, που συμμετέχει στο cd καθώς και η συμβολή του ηχολήπτη. Τους ευχαριστώ γι' αυτό ξεχωριστά. Επίσης το εικαστικό μέρος της έκδοσης έδεσε νομίζω με τα τραγούδια και υπέυθυνοι γι' αυτό είναι ο δημιουργός των σχεδίων Nicola Delarte κι ο Μωυσής Ασέρ για την γενικότερη επιμέλεια. Η χρηματοδότηση των έργων μας, είναι πράγμα αναπόφευκτο στη μουσική βιομηχανία. Απ' την στιγμή που ως τραγουδιστής, συνθέτης, καλλιτέχνης γενικότερα δεν φέρνεις κέρδος στις όποιες εταιρείες γιατί να σε χρηματοδοτήσουν; Αφού οι δίσκοι δεν πουλάνε γιατί να εκδοθούν; Αφού όλοι ακούν μουσική απ' το ίντερνετ κι από ψηφιακά μέσα προς τι η έκδοση του cd; Πολλά αλλάζουν στο μουσικό σκηνικό εδώ και χρόνια και θα αλλάξουν κι άλλα. Εμείς απλά κάνουμε το μεράκι μας».

- Τα σχέδια σου από δω και πέρα.

«Να συνεχίσω να παίζω και να μαθαίνω μουσική. Έχω κάποια τραγούδια που περιμένουν, καθώς και κάποια ορχηστρικά. Θα δούμε».


 

10 Ιουλίου 2017


ΔΑΜΙΑΝΟΣ ΠΑΝΤΑΣ – ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΙΣΔΑΚΗΣ: «Της ημέρας τα σκοτάδια»

art59aΟφείλω να ομολογήσω ότι είχα μαύρα μεσάνυχτα, από τα οποία μ’ έβγαλε ο παλιός σύντροφος και συνάδελφος στην φιλολογία και στην δημοσιογραφία Δημήτρης Φύσσας. Με πήρε τηλέφωνο για να ζητήσει πλείονα στοιχεία του δημιουργού ενός δίσκου, που βγάλαμε «εμείς», ο «Μετρονόμος». Τον είχα στο γραφείο μου πάνω από ένα χρόνο, χωρίς να τον ακούσω. Πήραν τα... πράγματα την σειρά τους, ο Δημήτρης τον παρουσίασε στην ραδιοφωνική του εκπομπή κι εγώ «ανακάλυπτα» ένα ακόμα διαμάντι στο σύγχρονο περιδέραιο της μουσικής. Ταυτόχρονα γνώριζα, συνεργαζόμουν με δυο εξαιρετικούς καλλιτέχνες. Τον συνθέτη Δαμιανό Πάντα και τον τραγουδιστή Βασίλη Γισδάκη. Το έργο του Βασίλη το γνώριζα αλλά δεν είχε τύχει ποτέ να συναπαντηθούμε. Έχουν δίκιο όσοι λένε, αν δεν ωριμάσει μια κατάσταση, το κάθε πράμα στον καιρό του, και άλλες παρόμοιας σημασίας γενικότητες.

Χωρίς ίχνος υπερβολής πιστεύω ότι πρόκειται για καταπληκτικό δίσκο, από αυτούς, που λείπουν, κι όταν βγαίνουν κοσμούν την ελληνική μουσική. Τίτλος: «Της ημέρας τα σκοτάδια», κύκλος τραγουδιών του Δαμιανού Πάντα σε στίχους δικούς του, του Αντώνη Παπακωνσταντινίδη και της Βασιλικής Β. (γιατί άνευ επωνύμου;), που ερμηνεύει ο Βασίλης Γισδάκης και συμμετέχει η Ρίτα Αντωνοπούλου. Παίζουν οι μουσικοί: Μίλτος Παπαστάμου (βιολί & βιόλα), Σταύρος Παργινός - Τατιάνα Θεολόγου (τσέλο), Δημήτρης Πάντος (ακουστική κιθάρα), Δημήτρης Παπαλάμπρου (ηλεκτρική κιθάρα), Θοδωρής Σιώρης (κρουστά, τύμπανα), Θανάσης Σοφράς (κοντραμπάσο & ηλεκτρικό μπάσο), Άννα Σαράντη (φωνητικά) και Δαμιανός Πάντας στο πιάνο και στην ενορχήστρωση.

Δεν χρησιμοποίησα τυχαία τον όρο «κύκλος τραγουδιών». Δώδεκα διαλεχτά άσματα, το καθένα με διαφορετικό από τα άλλα περιεχόμενο, που συνθέτουν πολύχρωμη, πολυδιάστατη εικόνα, ψηφιδωτό –το λέει ο συνθέτης. Ή μήπως μουσικός ποταμός, που μαζεύει τα μεράκια και τα φέρνει στην θάλασσα της ψυχής; Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ότι ο Δαμιανός στον πρώτο κιόλας δίσκο, έχει ευρύτατο μουσικό πλούτο δουλεμένο μέσα του, αφομοιωμένο άριστα. Ολοκληρωμένος συνθέτης, «σαν από καιρό έτοιμος» και εκπαιδευμένος. Πολλές οι αφετηρίες του από την προίκα της ελληνικής μουσικής, από τις οποίες απογειώνεται και χωρίς καθυστέρηση ή εύκολα αναμασήματα φθάνει στο δικό του, κατά την γνώμη μου, διακριτό και κατά τεκμήριο πολύ αξιόλογο έργο, σε τραγούδια ιδιαίτερα και ωραία. Άρωμα Μάνου Χατζιδάκι; Εδώ, επιδράσεις κλασικής μουσικής ή και προκλασικά μοτίβα; Εκεί, «πέρασμα» Μαρκόπουλου ή επικός Λεοντής; Αμυδρή αίσθηση Μίκη; Αλλού, τροβαδούροι μετά το 1980;..... ΟΛΑ, όμως, είναι στο χώνεμα, στην σύνθεσή τους, Δαμιανός Πάντας.

Έχει εξήγηση αυτό την θητεία του στην συμφωνική μουσική, στην μεγάλη θεωρητική παιδεία, στην εμπειρία ενορχήστρωσης και διεύθυνσης ορχήστρας (είναι μαέστρος), στο αριστείο του σολίστα πιάνου. Πρωτίστως, με σπάνια για τα εγχώρια δεδομένα υποδομή και πολύπλευρο ταλέντο, δεν περιορίστηκε στο πόντιουμ του διευθυντή της συμφωνικής ορχήστρας, του βιρτουόζου πιανίστα, του ενορχηστρωτή ή του θεωρητικού δάσκαλου. Όλα τα υπηρετεί και συνάμα έχει στραμμένες κεραίες και στο λαϊκό μας τραγούδι –εγώ έτσι θα το λέω, γιατί είναι μια συνέχεια,, όσες συμβατικές ονομασίες κι αν χρησιμοποιούμε. «Της ημέρας τα σκοτάδια» πιστοποιούν τί κερδίζει η σύγχρονη λαϊκή μουσική όταν την θεραπεύουν σπουδαγμένοι με ταλέντο. Την μπολιάζουν με απρόσμενους ρυθμούς κι εικόνες, συγχρόνως μπολιάζονται και αυτοί από την εμπειρία, την απλότητα, το δωρικό μεγαλείο του τραγουδιού. Το αποτέλεσμα; Εξαρτάται από το μεράκι και των μεν και των δε. Κερδισμένη είναι η μουσική.

art59bΣτης «ημέρας τα σκοτάδια» η... συνάντηση είναι άκρως πετυχημένη. Από τους λίγους δίσκους, που δεν «πετάς» τίποτα, ακούς με ενδιαφέρον και αγαλλίαση τα τραγούδια, που είναι, το τονίζω, διαφορετικά μεταξύ τους, λες ο συνθέτης από χρόνια τα φύλαγε, τα μάζευε ένα – ένα για το εν λόγω ψηφιδωτό. Όσο κι αν το σύστημα ξενόδουλης εξουσίας με την πλύση εγκεφάλου έχει κάνει πολλούς να βγάζουν σπυριά με ορισμένους όρους, εγώ δεν παίρνω χαμπάρι! Οι στίχοι των τραγουδιών σε αρμονική σύνθεση με τα άλλα συστατικά στοιχεία απαρτίζουν βαθιά κοινωνικό, ταξικό έργο. Και οι όμορφες ερωτικές εικόνες δεν μένουν στην «σκοτεινή κρεβατοκάμαρα», είναι ανοιχτά τα παράθυρα, μπαίνει η κοινωνία. Έχω μιλήσει για αυτό σε άλλες παρουσιάσεις δίσκων και εκπομπές!

Ξεχωρίζω 4 - 5 κομμάτια του δίσκου, αριστουργήματα: «Ο ανυπότακτος» (θέλει μαγκιά και ταλέντο να τραγουδάς: Δεν χαρίζω λοιπόν/ τον χυμό των ωρών/ στης πατρίδας το ψέμα/ Ανυπότακτος ων/ της γενιάς των Κλεφτών/ προσκυνάω το αίμα! «Ο προφήτης» (ανάμνηση του «Κεμάλ» αλλά με αιρετική κατάληξη «η αγάπη δεν φέρνει λευτεριά»! «Η κραυγή», και η «Μεγάλη νύχτα». Η «Οργή» και το «Παιδικό».... Σταματάω, γιατί κατακερματίζω ενιαίο έργο. Δυο λόγια για τον Βασίλη Γισδάκη: Εξαιρετικός τραγουδιστής, έδεσε απόλυτα και αρμονικά με το έργο και μακάρι να συνεχιστεί η συνεργασία. Ο ίδιος πάντα αναζητά καινούριο, ωραίο έργο. Είναι μια πρόκληση για συνθέτες. Ο Βασίλης έχει εμπειρία, φωνή και αισθητική να μπαίνει βαθιά, ν΄ αναδεικνύει ξεχωριστές δουλειές. Έγραψα ήδη πολλά, με αφορμή τον δίσκο. Δικός σας θέμα να τον απολαύσετε.

Βιογραφικό του Δαμιανού Πάντα. Σκόπιμα λιτό, σύντομο γιατί ο δημιουργός αποκαλύπτεται στην συνέντευξη. Γεννήθηκε στην Αθήνα και από πέντε ετών σπουδάζει μουσική. Παίρνει από το Εθνικό Ωδείο Δίπλωμα Πιάνου με Αριστείο και Πρώτο Βραβείο Εξαιρετικής Επίδοσης, με καθηγήτρια την Μυρτώ Μαυρίκου. Ολοκληρώνει τα ανώτερα θεωρητικά: Πτυχία Αρμονίας, Αντίστιξης, Φούγκας με άριστα και ειδική μνεία να συνεχίσει μαθήματα Σύνθεσης και Ενορχήστρωσης στο Royal College of Music του Λονδίνου. Ο κύκλος σπουδών ολοκληρώνεται με Δίπλωμα Σύνθεσης στις τάξεις των Θεόδωρου Αντωνίου, Μπάμπη Κανά, Νίκου Παναγιωτάκη και Δίπλωμα Διεύθυνσης Ορχήστρας από το London College of Music. Έχει γράψει σονάτες για πιάνο, μουσική δωματίου, συμφωνικά ποιήματα, χορικά τραγωδιών, χορωδιακά με ορχήστρα, μία συμφωνία, μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο και τραγούδια. Η ενδιαφέρουσα συνομιλία μας:

- Δυο εισαγωγικά λόγια για το πώς προέκυψε ο δίσκος αυτός.

«Κάθε δίσκος, γενικότερα κάθε καλλιτεχνικό έργο προκύπτει από δύο ανάγκες. Την ανάγκη να εκφραστείς και την ανάγκη να επικοινωνήσεις. Πρώτα να καταθέσεις κάτι, να αποτυπώσεις μέσα από το όποιο έργο σου όλα όσα αισθάνεσαι, σκέφτεσαι και σε προβληματίζουν. Κατόπιν, να τα μοιραστείς. Όχι απαραίτητα γιατί πιστεύεις πως είναι σημαντικά – μπορεί κάλλιστα να μην είναι - αλλά γιατί νιώθεις, θέλεις να έρθεις πιο κοντά με τους συνανθρώπους σου. Σαν να χαρίζεις χαμόγελο στον διπλανό σου».

- Ποια είναι ακριβώς της «ημέρας τα σκοτάδια»; Μήπως έψαχνες απλά και μόνο εξεζητημένο τίτλο;

«Πρωτίστως, να πω πως είναι στίχος από την “Μεγάλη νύχτα”, το πρώτο τραγούδι του δίσκου. Μπορεί ο τίτλος να φαίνεται εξεζητημένος, ίσως και να είναι, αλλά με αυτές τις λέξεις ήθελα να περιγράψω τον τρόπο που βιώνω όλα, όσα συμβαίνουν στις μέρες μας. Και δεν μιλάω μόνο για την οικονομική κρίση και τα Μνημόνια που σαφώς έχουν ρημάξει την χώρα. Αν το δούμε γενικότερα, φοβάμαι πως η εποχή μας θα καταγραφεί στην ιστορία του ως σκοτεινή περίοδος για την ανθρωπότητα. Από την μια, οι πολιτικές ιδεολογίες εξέπεσαν και σχεδόν συγχωνεύτηκαν κι από την άλλη, οι έννοιες έχουν πια χάσει το νόημα, έχουν διαστρεβλωθεί επιστημονικά, ώστε για όλα να υπάρχει άλλοθι. Κι αυτό είναι, που με ανησυχεί περισσότερο. Έχουν επινοηθεί λέξεις όπως “ευρωπαϊκή ανάπτυξη”, “εξέλιξη”, “εκσυγχρονισμός” ώστε να επιτελούνται ειδεχθή εγκλήματα κεκαλυμμένα από τον μανδύα μιας υποτιθέμενης προόδου. Όπως και να το δεις, η ελληνική γλώσσα δεν “εξελίσσεται” με γκρήκλις αλλά κακοποιείται, ο πολιτισμός μας δεν εκσυγχρονίζεται με το μονοπώλιο της δυτικής κουλτούρας των βιομηχανιών θεάματος και τέλος, στο όνομα καμιάς... ευρωπαϊκής ανάπτυξης» καμία χώρα δεν οφείλει σε κανέναν Σόιμπλε να εξοντωθεί»!

art59c- Και γιατί παρακαλώ «νυχτερινή λιτανεία» και μάλιστα στης... ημέρας τα σκοτάδια; Πάμε πολύ πέρα από τα όρια του παραλογισμού;

«Το παράλογο δεν είναι στοιχείο μόνο της τέχνης. Η ζωή διέπεται κυρίως από αυτό. Η “νυχτερινή λιτανεία” είναι φράση μου από το εισαγωγικό σημείωμα του δίσκου. Ο δίσκος κυκλοφόρησε στην οικονομική κρίση κι αυτή η φράση γράφτηκε ακαριαία, σχεδόν ενστικτωδώς, για αυτό που είχε συμβεί στην κοινωνία και φοβόμουν για τις διαστάσεις που θα έπαιρνε. Η λιτανεία είναι μια πομπή παρακλητικού χαρακτήρα. Από τα αρχαία χρόνια, όταν συντελούνταν φυσικές καταστροφές, όπως φερ’ ειπείν η ξηρασία, οι άνθρωποι επικαλούνταν μια ανώτερη δύναμη να στείλει βροχή. Λοιπόν, φαντάσου μια ομάδα ανθρώπων μέσα στην νύχτα, να ψέλνουν, να τραγουδούν με αναμμένους πυρσούς αποζητώντας κι ελπίζοντας ένα καλύτερο αύριο. Αυτά τα μικρά φωτάκια, που φέγγουν στο σκοτάδι είναι για εμένα η τέχνη. Κάθε μορφής, δεν έχει σημασία. Και η μουσική, η ποίηση, η λογοτεχνία, το θέατρο, όλες. Μικροί φάροι στο σκοτάδι, να μη χανόμαστε. Αισθάνομαι, όμως, πως αυτό, που έχει μεγαλύτερη αξία είναι να αφήνουμε τον ακροατή να ανακαλύψει δικά του στοιχεία σε ένα τραγούδι. Θεωρώ ορθότερο να αφήνουμε το ίδιο το έργο μας να μιλάει για εμάς παρά εμείς για αυτό».

- Μια και το έφερε η κουβέντα: Το με ευρεία έννοια λαϊκό τραγούδι δεν χρειάζεται να είναι άμεσο, εύληπτο και σταράτο;

«Με ευρεία έννοια, λαϊκό τραγούδι είναι αυτό, που απευθύνεται σε όλο τον κόσμο. Εννοείς το είδος τραγουδιού που γράφεται σε συγκεκριμένους ρυθμούς (χασάπικο, ζειμπέκικο,τσιφτετέλι κλπ.) κι εκτελείται από έγχορδα όπως το μπουζούκι, το λαούτο και το μαντολίνο; Το τραγούδι όμως δεν είναι μόνο η μουσική αλλά άλλο τόσο κι ο στίχος. Υπάρχουν σπουδαία λαϊκά τραγούδια με άμεση κι εύκολη μελωδία για να τραγουδηθούν χωρίς να είναι το ίδιο άμεσος κι ο στίχος. Ο Θεοδωράκης μελοποίησε Ελύτη και Ρίτσο με λαϊκές φόρμες αφήνοντας ως παρακαταθήκη μνημειώδη έργα, που τραγουδάει όλη η Ελλάδα. Θυμάμαι, όταν ήμουν παιδί, έψαχνα λεξικά για να δω τί σήμαιναν οι ναυτικές ορολογίες του Καββαδία στον “Σταυρό του Νότου”, που έφτασαν στα αυτιά μου από την μελοποίηση του Θάνου Μικρούτσικου. Θαρρώ ότι δεν υπάρχουν απόλυτοι κανόνες κι αν υπάρχουν καλό θα είναι να βρίσκουμε τρόπους να τους ξεπερνάμε. Το παν είναι το τραγούδι να έχει κάτι να πει»...

- Κλασικές σπουδές, συμφωνική μουσική, διεύθυνση ορχήστρας. Τί γυρεύεις στο τραγούδι;

«Μην υποτιμάς το τραγούδι. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να πεις κάτι ολοκληρωμένο μέσα σε 3 - 4 λεπτά; Η συμφωνική μουσική σού δίνει την δυνατότητα να εκφράσεις αυτό που θέλεις με επεξεργασία και ανάλυση. Έχεις την αρχική σου έμπνευση, την μελωδία και ξεκινάς να αναλύεις μοτίβα και ηχοχρώματα μέχρι εκεί που τελειώνουν οι δυνάμεις σου. Από δεκαπέντε λεπτά μέχρι μισή ώρα. Στο τραγούδι όμως, σε τρία λεπτά πρέπει να πεις τα πάντα... χωρίς να τα πεις. Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, εννοώ το εξής: Καλείσαι, ενώ δείχνεις στον ακροατή την κορυφή του παγόβουνου, να τον κάνεις να φανταστεί το υπόλοιπο που κρύβεται από κάτω, να υπονοήσεις».

art59d- Τί γεμίζει πιότερο την ψυχή σου το τραγούδι ή η «κλασική» μουσική;

«Για μένα η μουσική είναι ενιαία. Όλοι σχεδόν οι συνθέτες από την κλασσική ακόμα περίοδο έγραφαν παράλληλα με το συμφωνικό τους έργο και τραγούδια( λήντερ) της εποχής. Εξαρτάται πάντα από την διάθεση σου, από το τί θέλεις να πεις και τον τρόπο που θα επιλέξεις».

- Τώρα, που σε βρήκα... ευκαιρία... Τί γίνεται στην Ελλάδα η κλασική μουσική; Ζει ακόμα ή έχει πεθάνει, ιδιαίτερα για τους νέους;

«Φυσικά και δεν έχει πεθάνει, τίποτα σημαντικό δεν πεθαίνει. Αυτό που έχει αλλάξει είναι πως δεν υπάρχουν ούτε τόσες μεγάλες ορχήστρες αλλά ούτε κι οι κατάλληλοι χώροι να παρουσιαστούν αυτά τα έργα σε σχέση με 20 χρόνια πριν. Εξακολουθούν όμως να υπάρχουν στην χώρα περίφημοι μαέστροι, σπουδαίοι δεξιοτέχνες κλασικής μουσικής που παλεύουν. Και πάνω από όλα, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι όλων των ηλικιών που ακούνε κλασική μουσική, είτε στις ελάχιστες συναυλίες που γίνονται πια, είτε μόνοι σπίτι τους ή ακόμα και στο αυτοκίνητό τους. Ασφαλώς είναι λίγοι. Αλλά αν πίστευα στα νούμερα, στις στατιστικές και στους αριθμούς θα έκανα κάτι άλλο στην ζωή. Ζωή στην τέχνη δεν δίνει μόνο η δημοφιλία. Υπάρχουν σπουδαία έργα ζωντανά μέσα στον χρόνο ακόμα κι αν λίγοι εξακολουθούν να τα γνωρίζουν κι από την άλλη υπάρχουν αμέτρητα λαοπρόβλητα - με ηχηρές τυμπανοκρουσίες - που σε έξι μήνες δεν τα θυμάται κανένας. Τα σημαντικά πράγματα, όχι μόνο στην τέχνη αλλά και γενικότερα στην ζωή, γίνονται αθόρυβα».

- Η κλασική μουσική παιδεία ή η λαϊκή έμπνευση δίνει πιο δυνατά φτερά στον δημιουργό; Συνδυάζονται τα δυο και πως πρακτικά;

«Εάν υπάρχει έμπνευση και ταλέντο, υπάρχουν και φτερά. Είτε προέρχεσαι από την εμπειρική λαϊκή μουσική, είτε από την κλασσική, είτε από οπουδήποτε. Η διαφορά είναι πως η κλασική γνώση σε βοηθάει να αποκωδικοποιείς όλα τα είδη, να μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις κατα βούληση. Ο εμπειρικός λαϊκός μουσικός δεν μπορεί να γράψει συμφωνικό έργο, ο συνθέτης με κλασική παιδεία εύκολα μπορεί να γράψει λαϊκό τραγούδι. Τα παραδείγματα αμέτρητα. Δεν θέλω όμως να σταθώ σε αυτό. Ας μην κατηγοριοποιούμε. Ο Βαμβακάρης με τον Τσιτσάνη δεν ήξεραν ούτε τις νότες να γράψουν στο χαρτί και παρ’ όλα αυτά έγραψαν μεγάλα τραγούδια. Η ουσία είναι η μουσική καθ’ εαυτή. Να μπορεί να σού μεταδώσει ένα συναίσθημα, ένα συλλογισμό, χαμόγελο ή δάκρυ. Δεν έχει καμία σημασία από πού προέρχεται ένα τραγούδι, αλλά πού μπορεί να φτάσει».

- Γιατί αυτοχρηματοδοτούμε τα έργα μας; Είναι μόνο θέμα... ψώνιου;

«Η λέξη “ψώνιο” είναι βαριά, ειδικά όταν μιλάμε για ανθρώπους που κόβουν από το υστέρημα προκειμένου με το έργο τους να επικοινωνήσουν με τους συνανθρώπους τους. Είσαι κι ο ίδιος συγγραφέας, μπορείς να καταλάβεις. Από την στιγμή που δεν υπάρχουν παρά ελάχιστες δισκογραφικές εταιρίες, δεν υπάρχει άλλη λύση από το να αναλάβει ο δημιουργός την παραγωγή του δίσκου με έξοδά του. Προσπαθώ να βλέπω τα θετικά. Ματώνουμε οικονομικά για να κυκλοφορήσουμε την δουλειά μας, αλλά αυτό έχει επιφέρει ξανά μια αγνότητα στα τραγούδια. Λίγα χρόνια πριν, για να χρηματοδοτήσει δισκογραφική εταιρία έναν δίσκο, παρενέβαινε σε όλα. Υπήρχαν άνθρωποί της, που καθόριζαν το ύφος, το περιεχόμενο του δίσκου με γνώμωνα την εμπορικότητα, το κέρδος. Φαντάσου, ας πούμε, ζωγράφο την ώρα, που ζωγραφίζει, να έχει δίπλα κάποιον... ειδήμονα, που δεν ξέρει ούτε πινέλο να πιάσει και να του καθοδηγεί το χέρι. Για να είμαι δίκαιος, πρέπει να αναφέρω πως υπήρχαν και οι εξαιρέσεις. Κάποιοι με βαθιά καλλιέργεια και παιδεία έδωσαν μεγάλο αγώνα για τον πολιτισμό, από τις θέσεις τους στις εταιρίες, ώστε να βγουν και σπουδαία τραγούδια. Το μόνο θετικό σήμερα είναι πως οι δημιουργοί μπορούν να έχουν πλήρη έλεγχο της υλοποίησης του έργου τους κι αυτό έχει αγνότητα και μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Στην τελική, τα σημαντικότερα μουσικά έργα δημιουργήθηκαν πολύ πριν επινοηθούν οι δισκογραφικές εταιρίες. Η μουσική πάντα έβρισκε τρόπο να κοινωνείται με ή χωρίς το βιομηχανικό μοντέλο των δισκογραφικών. Το ίδιο θα γίνει και τώρα».

art59e- Πώς αντιμετωπίζονται από το κοινό οι δίσκοι (cd), αλλά και τα καινούρια, τα «άγνωστα» τραγούδια των νέων δημιουργών;

«Να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω. Υπάρχουν άνθρωποι που ανακαλύπτουν συνεχώς νέα τραγούδια και τα αγκαλιάζουν με ενθουσιασμό. Κι εγώ έχω ακούσει πάρα πολλά αξιόλογα τραγούδια νέων δημιουργών, που, αν δεν υπήρχε το διαδίκτυο, πιθανότατα δεν θα τα άκουγα ποτέ με άλλον τρόπο. Παραμένει όμως εξαιρετικά δύσκολο ένα... άγνωστο τραγούδι να το ανακαλύψεις. Υπάρχουν εκατομμύρια τραγούδια εκεί μέσα. Τί να πρωτοψάξεις, πόσο ελεύθερο χρόνο να έχεις; Είναι ήδη άβυσσος πληροφοριών. Φαντάζομαι χαριτολογώντας, το διαδίκτυο να γίνεται στις επόμενες δεκαετίες πεδίο αρχαιολογικών ανασκαφών, όπου... ψηφιακοί αρχαιολόγοι του μέλλοντος συνεχώς θα ανακαλύπτουν σπουδαία πράγματα από το παρελθόν».

- Σκέφτεσαι κάποτε να κάνεις κάτι πιο εμπορικό, ας πούμε τηλεοπτικό σουξεδάκι, που θα κάνει γνωστό και το άλλο σου έργο;

«Προβοκατόρικη ερώτηση! Έχουν γραφτεί στο παρελθόν πολλά υπέροχα τραγούδια για τηλεοπτικές σειρές. Οι πρώτοι, που έρχονται στο μυαλό: Βασίλης Δημητρίου, Δημήτρης Παπαδημητρίου, Νίκος Κηπουργός, Σταμάτης Κραουνάκης και σίγουρα πολλοί ακόμα αξιόλογοι συνθέτες, που ξεχνώ και να με συγχωρούν. Το πλαίσιο που θα τοποθετήσεις την μουσική σου, -τηλεόραση, θέατρο, κινηματογράφο- το επιλέγεις εσύ. Από εκεί και πέρα, δεν πιστεύω πως θα μπορούσα να γράψω ποτέ “τηλεοπτικό σουξεδάκι”, έτσι όπως το εννοείς. Όχι μόνο για λόγους αρχής, αισθητικής και σεβασμού στον κόσμο και στον εαυτό μου, αλλά και γιατί είμαι σίγουρος πως δεν θα το κάνω καλά. Δεν γνωρίζω καμία «συνταγή» σουξέ, στην μαγειρική δεν έχω ιδέα. Ειλικρινά, είμαι ακατάλληλος για αυτά τα τραγούδια, δεν τό’χω καθόλου».

- Το μεγάλο, το αξιόλογο έργο είναι πάντα στο περιθώριο της εποχής του; Ποια η θέση του δημιουργού;

«Μακάρι να μπορούσα να το δω τόσο ρομαντικά. Πιστεύω πως το αξιόλογο έργο, αν θα μείνει ή όχι στο περιθώριο της εποχής του, εξαρτάται από το εάν κι ο δημιουργός του βρίσκεται επίσης στο περιθώριο της εποχής του. Η ιστορία τουλάχιστον αυτό έχει δείξει ανα τους αιώνες».

- Βρίσκετε οι νέοι συνθέτες εύκολα στίχους, πώς τους επιλέγετε;

«Αν η μουσική είναι η ραχοκοκκαλιά και το σώμα ενός τραγουδιού, ο στίχος είναι η ψυχή. Ο ακροατής τα λόγια τραγουδάει κι όχι τις νότες. Η μουσική οφείλει απλώς να αναδεικνύει τον λόγο, να τον αποκαλύπτει. Θεωρώ πολύ σημαντικό το ότι η Ελλάδα είναι ίσως η μόνη χώρα, που αναγνωρίζει τόσο πολύ το έργο των στιχουργών. Όσο τιμούμε τον Χατζιδάκι, άλλο τόσο τιμούμε και τον Γκάτσο. Το ίδιο και με τους νεότερους στιχουργούς, την Λίνα Νικολακοπούλου, τον Άλκη Αλκαίο, τον Τριπολίτη και τόσους άλλους. Στο εξωτερικό, ακούν ένα τραγούδι κι ελάχιστοι ενδιαφέρονται να μάθουν ποιος έγραψε μουσική και στίχους. Θυμούνται τον τίτλο, τον τραγουδιστή και τίποτα άλλο. Ο λόγος είναι το κυρίαρχο κομμάτι του πολιτισμού μας. Είμαστε πρωτίστως η χώρα των ποιητών. Οπότε στίχοι υπάρχουν. Πολλοί art59fνέοι ταλαντούχοι στιχουργοί γράφουν εξαιρετικά. Με ενδιαφέρει σε ένα στίχο η οπτική γωνία, που ο στιχουργός προσεγγίζει το θέμα. Έχουν γραφτεί λόγου χάρη αμέτρητα τραγούδια για τον έρωτα. Τα περισσότερα είναι κοινότυπα γιατί ο στίχουργός μιλάει για τον έρωτα των άλλων. Όχι για τον δικό του. Ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να βουτήξεις μέσα σου, να κοιτάξεις γενναία και καθαρά και να αποκρυσταλλώσεις με λέξεις αυτό, που θα δεις; Με τις προσωπικές σου όμως λέξεις, τα δικά σου βιώματα και συναισθήματα. Είναι βουτιά στο κενό χωρίς αλεξίπτωτο. Και μετά, αυτοί οι άνθρωποι σηκώνονται, στέκονται στα πόδια τους κι ετοιμάζονται για νέα ελεύθερη πτώση στο επόμενο τραγούδι. Έχω τεράστιο σεβασμό για τους στιχουργούς. Είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητοι και συνάμα εύθραστοι άνθρωποι».

- Και οι τραγουδιστές;

«Και τραγουδιστές υπάρχουν. Δεν τούς βρίσκεις τόσο εύκολα, ειδικά όταν τους καλείς να σηκώσουν στις πλάτες όλοκληρο κύκλο τραγουδιών, αλλά έχουμε σαφώς πολλούς καλούς τραγουδιστές. Αντιμετωπίζω τα τραγούδια μου στις ολοκληρωμένες συλλογές ως κομμάτια του ίδιου ψηφιδωτού, που αν πάρεις απόσταση θα δεις στην μεγάλη εικόνα τον ίδιο άνθρωπο να εμπεριέχεται σε καθε ένα από αυτά. Το δύσκολο είναι να βρεις την φωνή με έντονη προσωπικότητα, που θα μπορεί να αποδώσει όλο το φάσμα και να διανύσει μέχρι τέλους την πορεία του κεντρικού χαρακτήρα. Με τον Βασίλη Γισδάκη πιστεύω πως εν πολλοίς αυτό επετεύχθη».

Τα σχέδια σου από δω και πέρα.

«Είναι μια άκρως γόνιμη περίοδος. Κάνουμε συναυλίες με τον Βασίλη Γισδάκη παρουσιάζοντας “Της ημέρας τα σκοτάδια” σε μουσικές σκηνές της Αθήνας και της επαρχίας, ετοιμάζω παράλληλα την επόμενη δισκογραφική δουλειά. Πολλά είναι υπό εξέλιξη που όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή θα πάρουν σάρκα και οστά. Να είμαστε όλοι καλά και πάνω απ’ όλα υγιείς»...


 

18 Ιουνίου 2017


Κέντρο Τέχνης Michelangelo: TA ΠΑΙΔΙΑ «ΤΡΑΓΟΥΔΑΝΕ» ΜΕ ΕΙΚΟΝΕΣ

Η αυλαία έκλεισε δυναμικά, τρυφερά και όμορφα, όπως άνοιξε. Και φέτος η έκθεση εικαστική δημιουργίας του Κέντρου Τέχνης Michelangelo σημείωσε επιτυχία, ήταν πρωτίστως δημιουργικό ταξίδι, σημαντική πολιτιστική πρόταση και αυτός είναι ο λόγος, που επανερχόμαστε με νεώτερο ρεπορτάζ. «Σμιλεύοντας την παράδοση» στο «Athens Heart» του Ταύρου με τους μαθητές του Κέντρου Τέχνης να ζωγραφίζουν εικόνες, που εμπνεύστηκαν, ερχόμενοι σε επαφή, διαβάζοντας, ακούγοντας δημοτικό τραγούδι με βάση την συλλογή του Παναγιώτη Παππά. Τα παιδιά «τραγουδάνε» με εικόνες!

art58a art58b

 

Την Κυριακή 11 Ιουνίου η έκθεση ολοκληρώθηκε με καλλιτεχνική βραδιά στην οποία παρουσιάστηκαν το βιβλίο με τις ζωγραφιές των παιδιών, όπως και αυτό του δημοσιογράφου Ηλία Βολιότη - Καπετανάκη «Μούσα Πολύτροπος. Μελωδική και κοινωνική διαδρομή από το Δημοτικό στο Ρεμπέτικο» (εκδόσεις Μετρονόμος). Η παρουσίαση του τελευταίου αφορούσε πρωτίστως τον διαχρονικό μηχανισμό και την έμπνευση της ελληνικής μούσας να δίνει διαρκώς με το τραγούδι της πανέμορφες εικόνες της κοινωνίας, της ζωής, του έρωτα, γενικά κάθε έκφανσης του ανθρώπου.

Ο Ηλίας Βολιότης – Καπετανάκης υπογράμμισε ότι σε αυτόν τον θαλασσινό τόπο από την στιγμή που ερχόμαστε μέχρι τότε, που σαλπάρουμε πολύτροπος μούσα μας οδηγεί και μας ψυχαγωγεί, με την αρχαία έννοια του όρου, αγωγή ψυχής. Τόνισε ότι οι παλιές γενιές στήριζαν την ανέλιξή τους στην διαφορετικότητα και στην ποικιλία ενώ σήμερα πρυτανεύει το αφόρητα ίδιο και ο χυλός κίβδηλων ιδανικών. Στην εποχή της παρατεταμένης παρακμής και πλαστικής εικονικής ευμάρειας το μεγάλο δίλημμα είναι: Μούσα πολύτροπος, καθημερινή ζωή γαλουχημένη στο μεράκι της μάνας του πολιτισμού Ανατολής ή άμουσες μαϊμούδες του δηλητηριώδους πολτού της κάθε φανταχτερής δυτικής ανοησίας. Η έκθεση του Κέντρου Τέχνης Michelangelo έδειξε ότι όταν υπάρχει θετική πρόταση αγκαλιάζεται από την νεολαία, γίνεται κυψέλη δημιουργίας. Ο ομιλητής στάθηκε στα έργα των παιδιών, που έδειξαν έμπρακτα ότι όχι μόνο ζει η παράδοση, αλλά και το πιο σημαντικό γίνεται αφετηρία έμπνευσης για τις νεώτερες γενιές. Πρότεινε η επόμενη έκθεση εικαστικής δημιουργία του Κέντρου Τέχνης να έχει θέμα το ρεμπέτικο τραγούδι.

art58c art58d

art58eΤο καλλιτεχνικό μέρος περιλάμβανε τραγούδια της Ιωνίας και Κωνσταντινούπολης. Στο κανονάκι ο Μανώλης Καρπάθιος, στο τραγούδι ο Χρόνης Αμανατίδης. Στο πρόγραμμα κάθε αξιόλογης, φυσικά, καλλιτεχνικής βραδιάς δεν λείπουν οι εκπλήξεις. Δημοτικά τραγούδια τραγούδησε ο Παναγιώτης Παππάς, στο κλαρίνο ο Γιώργος Καραμούτσιος. Απρόσμενη, πλην τόσο ενδιαφέρουσα και όμορφη συνάντηση είχανε το κανονάκι, το κλαρίνο και οι φωνές. Και σκέφτεται κανείς, πόσο απλό είναι με λίγα μέσα να στηθεί και στην εποχή της κρίσης και της ανέχειας –ιδιαίτερα σε αυτήν είναι αδήριτη ανάγκη- ένα παραδοσιακό γλέντι, μια μουσική συνάντηση, να περάσει ο κόσμος στιγμές μεστής ψυχαγωγίας μακριά από την μιζέρια και την χαζομάρα του τηλεοπτικού καναπέ.

Η διευθύντρια του Κέντρου Τέχνης Michelangelo Μαργαρίτα Ράντεβα μίλησε για την προσπάθεια να αναδειχτεί η πολύπλευρη παιδική δημιουργία. Η ιδιαιτερότητα είναι ότι τα παιδιά έρχονται σε επαφή, σε επικοινωνία με την διαχρονικότητα της λαϊκής ποίησης και την εικονοποιούν. Απένειμε, τέλος, τα διπλώματα στους... νέους εικαστικούς, που ξεκινάνε με τις καλύτερες προϋποθέσεις. Ανθολογούμε ορισμένες φωτογραφίες από την όμορφη αυλαία της έκθεσης «Σμιλεύοντας την παράδοση»....


 

13 Ιουνίου 2017


Χρήστος Λεοντής – Δημήτρης Λέντζος: «ΦΛΟΓΑ  ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ»

art57aΜόνο εκλεκτή συγκίνηση, θαυμασμό, υψηλή αισθητική αγαλλίαση και κοινωνική ανάταση προκαλεί ο νέος δίσκος του Χρήστου Λεοντή σε στίχους του Δημήτρη Λέντζου, «Φωτιά που καίει» (Μετρονόμος). Τραγουδούν: Θοδωρής Βουτσικάκης, Ιωάννα Φόρτη και Αλέξανδρος Τσιωνάς. Παίζουν, όπως σε όλες τις δουλειές του Χ. Λεοντή, εξαιρετικοί μουσικοί: Πιάνο Νεοκλής Νεοφυτίδης κλασσική κιθάρα Αντώνης Παπαγγελής, ακουστική κιθάρα Παντελής Ντζιάλας, κοντραμπάσο Θανάσης Σοφράς, ακορντεόν Νίκος Παπαναστασίου, λάφτα και σάζι Σπήλιος Κούνας, μπουζούκια: Γιάννης Σινάνης, Βαγγέλης Τσιαμπλές, Στάθης Σαββίδης, τύμπανα Χρήστος Πανόπουλος, κρουστά Στράτος Σαμιώτης, βιολί Βασίλης Ραψανιώτης, φυσαρμόνικα Μάνος Αβαράκης. Ενορχήστρωση: Χρήστος Λεοντής. Πίνακας εξωφύλλου: Στάθης Δ. Λεοντής.

Μην περιμένετε τώρα εκτενείς αναλύσεις και θυμιάματα για τον δίσκο. Το ξέρουν οι παλιοί αναγνώστες μου, όσο και οι ακροατές μου στα ραδιόφωνο. Όσο θέλεις να κλείσεις την ομορφιά σε κούφια λόγια και λειψές λέξεις τόσο αφαιρείς από την ουσία της. Και στην «Φλόγα, που καίει» αληθινά αυτή ξεχειλίζει. Είναι στους 4 - 5 δίσκους, που φέτος πολύ συχνά ακούω, γιατί πιστεύω από μικρό παιδί, για πάνω από μισό αιώνα, ότι η τέχνη, εν προκειμένω η μουσική, είναι ιεροτελεστία της ψυχής και του πνεύματος. Γράφω μόνο: Αγοράστε την εκπληκτική εργασία του κυρίου Χρήστου. Είπα να κάνω μια ακόμα συνέντευξη με τον συνθέτη, αλλά κατέληξα ότι δεν έχει να προσφέρει πολλά δεδομένου ότι πρόσφατα ανήρτησα στην παρούσα Ιστοσελίδα δυο εκπομπές μου από το «Μουσικό Σεργιάνι» της Ελληνικής Ραδιοφωνίας της Ε.Ρ.Τ.

art57bΉταν μια δίωρη συνομιλία με τον Χρήστο Λεοντή και μικρή ανθολογία του έργο του, πριν από 17 χρόνια! Στις 8 και 9 Νοεμβρίου 2000! Κι όμως είναι σαν να μιλάει ο κύριος Χρήστος σήμερα, μην πω αύριο, για την κοινωνία, το τραγούδι, την πορεία μας. Αληθινά σας προκαλώ: Αφού πάρετε και ακούσετε τον δίσκο «Φλόγα, που καίει», πηγαίνετε στην στήλη «Μουσικό Σεργιάνι» της Ιστοσελίδας μας, από εκεί στο αρχείο κλικάρετε την συνέντευξη του Χρήστου Λεοντή. Θα εκπλαγείτε από τον τρόπο σκέψης του, επαναλαμβάνω, 17 χρόνια πριν, λες και είναι σήμερα. Θυμάμαι από τότε και κάθε φορά, που τον έβλεπα, τον ρωτούσα αφελώς και ολίγον προβοκατόρικα: Μα πού είσαστε εσείς οι μεγάλοι παλιοί δημιουργοί, γιατί σιωπάτε, γιατί δεν βγάζετε πια τραγούδια, που έχει ανάγκη ο κόσμος; Ο κύριος Χρήστος έλεγε: Είμαι πάντα έτοιμος, όταν με ζητήσουν – δίνοντας και έμπρακτα την μελωδική του απάντηση δίχως, πότε να βιάζετε. «Μετρούσε» πάντα μόνο το αισθητικό αποτέλεσμα. Από τότε ως σήμερα: «Χελιδών Ηδομένη...», «Έρωτας αρχάγγελος», «Παρωδύσσεια», «Πρωινό άστρο» (σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου) και πιθανόν να ξεχνάω καναδυό.

«Φλόγα, που καίει» και φωτίζει με έμπνευση! Όπως τον παλιό καλό καιρό, πλην με τα μεράκια του εκάστοτε σήμερα: Κύκλος τραγουδιών, που έχουν να «μιλήσουν», ανοίγουν πολύφωνο διάλογο με την εποχή και την κοινωνία. Κάτι τέτοια πετάγματα (ευτυχώς ακόμα είναι αρκετά και δυναμικά), μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους στην εποχή του επελαύνοντος πιθήκου. Συνιστούν απάντηση στις εκ του ασφαλούς αιτιάσεις και στην αγοραία γκρίνια ότι δεν υπάρχει πια σήμερα καλό τραγούδι (κι επομένως ας... ανεχτούμε την σκυλοποπάδικη υποκουλτούρα). Η λαϊκή μούσα είναι πάντα αξιόμαχη και στις νέες μεγάλες δυσκολίες, στην αποθέωση του ραγιαδισμού με την συνενοχή όλων, προσπαθεί δυναμικά, παρά τα εμπόδια, να πετά στον ελεύθερο ουρανό. Αρκεί να αφουγκραζόμαστε τον μελωδικό της οίστρο.

art57cΚάλεσμα σε ταξίδι, τραγούδι και χορό η «Φλόγα, που καίει». Διόλου τυχαία, σε μια αρμονική σύνθεση μουσικής, στίχου, ερμηνείας, πολλά από τα τραγούδια μιλάνε για την Ιθάκη, που όλοι ψάχνουμε, και καταλήγουν σε ένα πλούσιο χορευτικό κάλεσμα. Χαρούμενη αγωνιστική διάθεση κι ερωτική αισιοδοξία. Να μην ξεχάσω την μαστοριά των μεγάλων παλιών να περνάνε προωθημένα κοινωνικά μηνύματα χωρίς να ηχούν κοινότοπα συνθήματα. Πώς τα δένουν αρμονικά με τον έρωτα, την καθημερινότητα, την ελπίδα! Πώς τα ζωγραφίζουν όλα σε μια ζώσα κοινωνική εικόνα, που ουδεμία έχεις αμφιβολία, είσαι και συ μέσα, ζωηρή πινελιά! «Άλλα τα μάτια του λαγού»! Δεν εννοώ το αυτονόητο, την στιχουργία. Μιλώ κυρίως για την μουσική στο πάντρεμά της με τον στίχο και την ερμηνεία, τον χορό και το κοινό, για το τραγούδι. Για την αρμονική συνθετική αντίθεση, ή την αντιθετική σύνθεση (διαλέγετε και παίρνετε) όλων του των συστατικών, που είναι ακριβώς το σχετικά διαχρονικό τραγούδι.

Θαρρώ ότι ο συνθέτης αναμετρά όλη την μέχρι τώρα προσφορά και δημιουργία του και ανθολογεί μελωδικές φράσεις τους θρυλικές και άλλες, που πέρασαν αφήνοντας την αίσθηση του ανικανοποίητου και λειψά αντλημένου. Και πριν προλάβεις να πεις, αυτό ίσως και κάτι μου θυμίζει, εισβάλλει αστραπιαία το μελωδικό σήμερα και σε πάει αλλού, σε καινούρια ταξίδια. Έχουν τον τρόπο τους (ευτυχώς) οι μεγάλοι παλιοί ν’ ανοίγουν ως δια μαγείας νέους δρόμους με παλιά υλικά. Αρκεί να το θέλουν και να βρίσκουν κίνητρα της αστείρευτης έμπνευσής τους.

art57dΟ Δημήτρης Λέντζος (του χρωστώ εκτενή συνέντευξη, να δω πότε θ’ αξιωθώ!) σχεδόν αθέατος και σιωπηλός γράφει όμορφα, ποιήματα, διηγήματα, θεατρικά, και άλλα Ο διπλός του δίσκος «Ο γύρος του θριάμβου» (Μετρονόμος) με τραγούδια του μελοποιημένα από τον ανθό των σύγχρονων συνθετών σαφέστατα είναι από τα έργα με σχετική διαχρονικότητα. Έχω την γνώμη ότι σε αυτήν την συνάντηση με τον Χ. Λεοντή ανταποκρίνεται σαν έτοιμος από καιρό. Επιτυγχάνει μια ακόμα γενναία υπέρβαση, απλή, μεστή και δωρική ποίηση. Ζήλεψα πολλά στιχάκια του, όπως το «Κάτασπρο γιασεμί», πόσο όμορφα, διαχρονικά δένει το προσφυγικό, τον έρωτα, την ελπίδα στην ζωή, την πρόσκληση για αγώνα:


«Φέξε μου φεγγαράκι
σ’ όλη τη γη πονώ
είσ’ ένα προσφυγάκι
και συ στον ουρανό.

.................................

Άσπρο περιστεράκι
γέλα μου και μην κλαις
είναι για μας Ιθάκη
όλη η γη μου λες.

Σήκωσε το κεφάλι
ψήλωσε τη φωνή
βγήκε ο ήλιος πάλι
είμαστε ζωντανοί».


art57eΚι άλλα όμορφα (μοναδικής έμπνευσης η «Σιταρήθρα»), που θ’ ανακαλύψει κάθε ακροατής. Άλλωστε «δεν θα μας θρέψει όλους η ίδια μελέτη» – για να κλέψουμε τον Πίνδαρο! Το τραγούδι –επαναλαμβάνω- είναι η σύνθεση των στοιχείων του. Καθένα χωριστά ελάχιστα λέει! Να πούμε για τις φωνές, όχι τυπικά, μην τους ξεχάσουμε! Τραγούδια σαν αυτά στην «Φλόγα, που καίει» έχουν μεγάλες φωνητικές απαιτήσεις, πολύ περισσότερο, που η μουσική του κυρίου Χρήστου ανέκαθεν έχει και θεατρική διάσταση, απαιτεί σκηνική ερμηνεία. Ο Θοδωρής Βουτσικάκης, η Ιωάννα Φόρτη, ο Αλέξανδρος Τσιωνάς δίνουν το καλύτερο εαυτό τους. Άλλωστε είναι λαχείο για νέα παιδιά με το χάρισμα της φωνής, να συναντούν έστω και σε ένα έργο τον συνθέτη μεγάλο δάσκαλο. Έχω γράψει στο «Μούσα Πολύτροπος», πώς παλιοί και νεώτεροι μεγάλοι συνθέτες «μοντάριζαν» κάθε τραγούδι τους στην φωνή του τραγουδιστή και συγχρόνως δούλευαν κάθε τραγουδιστή στο συγκεκριμένο, ταιριαστό συνθετικό τους ύφος. Ο κύριος Χρίστος συνεχίζει αυτή την πατροπαράδοτη φωνητική χειροτεχνία. Καλοπροαίρετα και με πολύ αγάπη μια παρατήρηση μόνο: Ιωάννα, δεν προσφέρει τίποτα να περνά η ανάσα σου στο μικρόφωνο!

Εξακολουθεί να δείχνει φωτεινό δρόμο ο Χρήστος Λεοντής προς παλιότερους και νέους λειτουργούς της μελωδικής τέχνης. Τί πιο εύκολο, με την εμπειρία και φήμη του να πάρει παλιότερα δημοφιλή έργα του και να τα παραλλάξει, να τους αλλάξει τα φώτα, να τα «φρεσκάρει», όπως κάνουν τόσοι και τόσοι ατάλαντοι. Ουδείς θα έλεγε τίποτα! Το μεγάλο, όμως, ταλέντο ποτέ δεν συμβιβάζεται, μέχρι την τελευταία του πνοή δίνει την ψυχή στο έργο και φθάνει πάντα σε καινούριους δρόμους δημιουργίας, τόσο παλιούς, γνωστούς και συνάμα τόσο πρωτότυπα να φέρνουν την ομορφιά της στιγμής, την ανάγκη της κοινωνίας, art57fτην αισθητική του σχετικά διαχρονικού, που μας τέρπει, ψυχαγωγεί με την αρχαία έννοια: Αγωγή ψυχής! Προχωρήστε, δημιουργείτε συνεχώς, κάντε καινούριο τραγούδι τον καημό σας και μη φοβάστε τίποτα, έτσι θα είστε πάντα οι ευνοούμενοι του χρόνου – λέει και το τελευταίο του έργο ο κύριος Χρήστος. Σημειωτέον, είναι ο μόνος από τους μεγάλους παλιούς, που δηλώνει παρών στις σύγχρονες μελωδικές αναζητήσεις.

Ήταν μόνο μερικές σκέψεις με αφορμή τον πανέμορφο δίσκο των Χ. Λεοντή και Δ. Λέντζου «Φλόγα, που καίει» και δεν πρέπει να λείπει από καμιά λαϊκή δισκοθήκη. Αξιοσέβαστε φίλε και μεγάλε μελωδέ, κύριε Χρήστο, σε ευχαριστούμε από καρδιάς, που ακόμα μια κρίσιμη στιγμή μας έβγαλες από τον βάλτο της μιζέριας, της μαζικής φτήνιας και υποτέλειας, και μαζί πετάξαμε ελεύθερα, έστω μια στιγμή, στον ουρανό του καημού, της ομορφιάς και της ελπίδας. Όταν ο μεγάλος μελωδός σχεδόν στο κατώφλι της ογδόης δεκαετίας του βίου έχει τέτοια δημιουργική ορμή, φτιάχνει τόσο εμπνευσμένα έργα, σαν την «Φλόγα, που καίει», η λαϊκή μουσική δεν φοβάται χάρο! Πάντα θα κερδίζει την μάχη με τον καιρό. Και μεις να παίρνουμε λίγο από την... φωτιά του μεγάλου δημιουργού για τα κρύα τέρμινα του χειμώνα, που συνένοχα ήδη παρατεταμένα ζούμε...


 

26 Μαΐου 2017


ΚΕΝΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ MICHELANGELO: Τα παιδιά σμιλεύουν την Παράδοση.

ΕΚΘΕΣΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ


«Σμιλεύοντας την Παράδοση», πρωτότυπη εικαστική έκθεση του Κέντρου Τέχνης MICHELANGELO με λιλιπούτειους καλλιτέχνες ηλικίας 6 έως 12 ετών! Η ιδέα απλή! Οι μαθητές του Κέντρου Τέχνης κατά την φετινή σχολική χρονιά έφτιαξαν έργα εμπνευσμένα από την δημοτική παράδοση, με βάση το ομώνυμο βιβλίο του Παναγιώτη Θ. Παπά, ιδίως το κεφάλαιο, που αναφέρεται στα παιδικά, εποχιακά, επετειακά κι άλλα εποχιακά δημοτικά τραγούδια. Η πλούσια καλλιτεχνική εργασία των παιδιών στην ζωγραφική, την γλυπτική, το σχέδιο, την κεραμική και άλλες εικαστικές μορφές, με την καθοδήγηση της διευθύντριας του Κέντρου Τέχνης Michelangelo Μαργαρίτας Ράντεβα, θα εκτεθεί από 1- 11 Ιουνίου 2017 στο Athens Heat Mall (2ο επίπεδο) Πειραιώς 180, Ταύρος, Κόμβος Χαμοστέρνας (καθημερινά 18.00 – 22.00 & Σάββατο 11.00 – 20.00). Τα έργα των μαθητών του Κέντρου Τέχνης Michelangelo εκδίδονται και σε καλαίσθητο λεύκωμα, που θα παρουσιαστεί στην έκθεση.

art56a art56b art56c

 

Τα εγκαίνια της έκθεσης εικαστικής δημιουργίας θα πραγματοποιηθούν την Πέμπτη 1 Ιουνίου στις 7.30 το βράδυ. Στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα θα τραγουδήσει η Μίνα Δάκου, θα παίξει κιθάρα ο Γιώργος Καραμούτσιος, δάσκαλοι του Ωδείου «Σαπφώ». Το Σάββατο 10 Ιουνίου στις 12 το μεσημέρι η χορωδία και οι μικροί κιθαριστές του Ωδείου «Σαπφώ». Θα παρουσιάσουν το δικό τους μουσικό πρόγραμμα. Η έκθεση θα κλείσει την Κυριακή 11 Ιουνίου στις 7 το βράδυ με μουσική εκδήλωση στην οποία η δημοτική παράδοση συναντά την ρεμπέτικη δημιουργία. Θα παρουσιαστεί στην αρχή το λεύκωμα «Σμιλεύοντας την Παράδοση» με τα έργα των μαθητών του Κέντρου Τέχνης Michelangelo και κατόπιν το βιβλίο του συγγραφέα δημοσιογράφου Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη «Μούσα Πολύτροπος» (εκδόσεις Μετρονόμος). Θα μιλήσει ο συγγραφέας. Στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα ο κανονίστας, διευθυντής της ορχήστρας «Ρωμάνα» Μανώλης Καρπάθιος, ο τραγουδιστής Χρόνης Αμανατίδης και στα κρουστά ο Γιώργος Τζανέτος. Οι μικροί καλλιτέχνες θα καταγράφουν εικαστικά την εκδήλωση.

art56a art56b art56c

Αξίζει να σταθούμε στις εικαστικές δημιουργίες των μαθητών, όπως αποτυπώνονται στο λεύκωμα «Σμιλεύοντας την Παράδοση», που θα παρουσιαστεί και θα διατίθεται στην εικαστική έκθεση. Σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου ο Παναγιώτης Παπάς:
«Πράγματι, οι μικροὶ σπουδαστὲς του Κέντρου Τέχνης Michelangelo καταθέτοντας την αγνή και άφθαρτη ψυχή τους μας μιλούν μέσα από τα καταπληκτικά σε έμπνευση κι εκτέλεση έργα τους, προκαλώντας μας χαρά, συγκίνηση, αισιοδοξία και θαυμασμό τόσο για το πηγαίο ταλέντο τους, την οξυδέρκεια, την φαντασία, την αντίληψη, όσο και για την ικανότητά τους να μπορούν με μεγάλη, όπως φαίνεται, ευχέρεια να “αλιεύουν” θέματα και να τα αποτυπώνουν σε μια ζωγραφιά. Ξεφυλλίζοντας λοιπόν το βιβλίο και διαβάζοντας το ποιητικό κείμενο από τη μία, βλέποντας τη ζωγραφιά από την άλλη, διαπιστώνουμε εκτός των άλλων ότι η γνώση και η επαφή των παιδιών με τις ελληνικές παραδόσεις, ειδικότερα με το δημοτικό τραγούδι είναι καθοριστική και καταλυτική. Κι αυτό γιατί το δημοτικό τραγούδι...... αποτελεί για τα παιδιά πηγή ιδεών, έμπνευσης και δημιουργίας και παράλληλα διευρύνει τη σκέψη τους, διαπλάθει τον χαρακτήρα τους και διαμορφώνει την προσωπικότητά τους».

art56a art56b

Επίλογος: Ανθολογήσαμε ορισμένα από τα έργα των μικρών ζωγράφων, τυχαία και χωρίς να είναι τα πιο ενδεικτικά. Όλη η δουλειά των παιδιών σας περιμένει στην έκθεση, 1-11 Ιούνη, στο Athensheart όπου αυτό το χρονικό διάστημα χτυπάει η καρδιά του Κέντρου Τέχνης Michelangelo.


 

26 Μαΐου 2017


 

art-apxeio

 

 

Διαβάστε περισσότερα θέματα από το αρχείο...